1885 : Οι Αδελφοί Παπανικολάου, στο χωριό Ρίζες Τεγέας, οι οποίοι πέτυχαν, από το 1885 έως το 1935, να παράγουν σαμπάνια εκλεκτής ποιότητας, κυρίως από την Πελοποννησιακή ποικιλία Φιλέρι, να κερδίσουν χρυσά βραβεία στις Παγκόσμιες Εκθέσεις της εποχής και να καταγράψουν στο Παγκόσμιο Οινολογικό Λεξικό του Μπορντώ, την Τεγέα ως τον ¨τόπο παραγωγής αφρώδους οίνου εφάμιλλου των Γαλλικών¨.
Η επιστημονική φυσιογνωμία της οικογενειακής οινοποιίας ήταν ο οινολόγος Βασίλειος Παπανικολάου με σπουδές στο Μονπελιέ της Γαλλίας.
Η πορεία τους από το 1922 έχει φθίνουσα τροχιά και σταματά όταν ο άλλος αδελφός (Μηχανικός) αναλαμβάνει με ίδιους πόρους την αποξήρανση της λίμνης Τάκα (οροπέδιο Τρίπολης), με αντάλλαγμα την απόκτηση εκτάσεων προς αμπελοκαλλιέργεια. Το έργο δεν ολοκληρώνεται και η οικογενειακή επιχείρηση καταστρέφεται.

1929 : Πριν οι Έλληνες γνωρίσουν την ιστορία του Dom Perignon και της Moet-Chandon, χωρίς καλά-καλά να ξέρουν τη διαφορά ανάμεσα στην σαμπάνια και το αφρώδες, γνώριζαν, έπιναν και γιόρταζαν με τους αφρώδεις οίνους της CAIR (Compagnia Agricola Industriale Rodi), που ιδρύθηκε στη Ρόδο από Ιταλούς επιχειρηματίες το 1928, πριν την ένωση της Δωδεκανήσου με την Ελλάδα, και παρήγαγε το πρώτο αφρώδες στην Ελλάδα, το Moscato Spumante, το 1929.
Όταν προσαρτήθηκαν τα Δωδεκάνησα, πέρασε στα χέρια του επιχειρηματία Μποδοσάκη, και στο μέσον του ΄50 το πλειοψηφικό πακέτο αποκτήθηκε από την Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Δωδεκανήσου.
Στις δεκαετίες του 1970-1980 οι πωλήσεις των αφρωδών της εταιρείας έφθασαν τις 1,5 εκ. φιάλες δίνοντας δυνατότητες κτηριακής και τεχνολογικής αναβάθμισης. Η βασική ποικιλία του οίνου βάσης είναι το Αθήρι που γίνεται και ΠΟΠ στην περιοχή. Σταδιακά όμως οι ελεύθερες εισαγωγές αφρωδών από το εξωτερικό, έριξαν τις πωλήσεις και έφεραν την εταιρεία σε θέση μη εξυπηρέτησης των χρεών της προς την Αγροτική Τράπεζα. Αυτά διευθετήθηκαν με μεταβίβαση των ακινήτων της, ενώ ήδη είχαν μετοχοποιηθεί και μεταβιβασθεί στο Δημόσιο τα χρέη προς αυτό, με πακέτο 3,75% των μετοχών.
Αυτό το ποσοστό σήμερα έχει περάσει στο ¨Υπερταμείο¨ των Δανειστών, ενώ η εταιρεία ¨χαροπαλεύει¨ (2015: 6,8 εκ. υποχρεώσεις και 2,6 εκ. τραπεζικά δάνεια) και οι οινόφιλοι ελπίζουν στην σωτηρία της, έστω και από ¨ξένα¨ χέρια.

Πλακάκι που τοποθετήθηκε στην είσοδο του εργοστασίου στα εγκαίνια του 1928
Πλακάκι που αντικατέστησε το υφιστάμενο στην είσοδο του εργοστασίου κατά την απελευθέρωση το 1948

Δεκαετίες `60 & `70 : Τρία οινοποιεία, δύο συνεταιριστικά και ένα οικογενειακό, σε τρεις διαφορετικές περιοχές της χώρας δραστηριοποιούνται στο χώρο των αφρωδών οίνων.

  • Στο Αμύνταιο του Ν. Φλώρινας το 1959 ιδρύεται ο συνεταιρισμός ¨Αμύντας¨, με στόχο την τεχνολογικά αναβαθμισμένη οινοποίηση του παραγόμενου Ξινόμαυρου. Πολύ γρήγορα πέρασε σε γραμμή οινοποίησης αφρώδους με την μέθοδο Charmat και το ροζε Sec αφρώδες του έγινε ΠΟΠ και για πολλά χρόνια ήταν το απόλυτο Ελληνικό απεριτίφ.
  • Σε μια ¨αποκλεισμένη¨ περιοχή του Ν. Ιωαννίνων, τη Ζίτσα, καλλιεργείται η λευκή ποικιλία Ντεμπίνα που από το 1954 οινοποιείτο από τον τοπικό συνεταιρισμό. Το 1973 το οινοποιείο από τα χέρια του τοπικού συνεταιρισμού πηγαίνει στα χέρια της ΕΑΣ Ιωαννίνων που ιδρύει εκεί το πρώτο σύγχρονο οινοποιείο της Ηπείρου. Ετικέτα του οινοποιείου είναι και το ημιαφρώδες ΠΟΠ Ζίτσα από Ντεμπίνα, που παράγεται με τη μέθοδο Charmat.
  • Στην Αιγιαλεία, τόπος αμπελοκαλλιέργειας του Ροδίτη και του Σιδερίτη, ιδρύεται το 1959 η Cavino, από την ίδια οικογένεια που την έχει και σήμερα. Η εταιρεία προχωρά στις δεκαετίες του `60 & `70 στην παραγωγή ηδύποτων και αφρωδών με τη μέθοδο Charmat και οίνο βάσης, από τις δύο ποικιλίες της Αιγιαλείας αλλά και Μοσχάτο από το διπλανό Ρίο Πατρών.

2000 και μετά: Η παραγωγή των αφρωδών επεκτάθηκε σε κάθε μεγάλο οινοποιείο με 2-3 ετικέτες και σε πολλά μικρά με 1 έως 2 ετικέτες. Η παραγωγή αυτή πρέπει να πλησιάζει το 1,5 εκ. φιάλες που ήταν μόνο η παραγωγή της CAIR τη δεκαετία του `80,  αφού κάποιοι μεγάλοι παραγωγοί πλησιάζουν ή ξεπερνούν τις 100.000 φιάλες.