1. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΥΡΩΠΗ ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΓΙΑ 2000 ΧΡΟΝΙΑ
Η Κεντρική Ευρώπη, δηλαδή μια ηπειρωτική ζώνη από τον Ατλαντικό Ωκεανό (Χάβρη-Μπιαρίτς) έως τη Μαύρη Θάλασσα, καθόρισε από την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (60 π.Χ.) έως τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1940 μ.Χ) την εξέλιξη της ανθρωπότητας και προσδιορίζει τις τύχες του κόσμου και αυτού ακόμη της Άπω Ανατολής.
Η γεωμορφολογία και το κλίμα της κατ΄ αρχάς εξασφάλισαν την άμυνα και την ανάπτυξη της περιοχής, αφού άμα την δει κανείς από ψηλά είναι σαν να βλέπει ένα κάστρο, τις Άλπεις, που προστατεύεται από βορρά με την “τάφρο” Ρήνου-Δούναβη και με μια πολεμίστρα στην απέναντι όχθη τους, τα Καρπάθια, και ανατολικά, νότια και δυτικά, αντίστοιχα, από την Μαύρη Θάλασσα, την Μεσόγειο και τον Ατλαντικό.
Στις πλαγιές των λόφων του “κάστρου” είναι κτισμένες οι πόλεις, στις πεδιάδες αναπτύσσεται η γεωργοκτηνοτροφία και στις κοιλάδες των ποταμών που λειτουργούν και ως αέρινοι διάδρομοι μεταφοράς θερμών και ψυχρών μαζών, η αμπελοκαλλιέργεια.
Χάρτης 1

Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία αναπτύσσεται στρατιωτικά σ΄ αυτή την περιοχή έως ότου η τριφυλή ζωή αξιωματικών και στρατιωτών επιτρέπει την είσοδο των βαρβάρων (470 μ.Χ.), οπότε “ χαλίφης στη θέση του χαλίφη” και μοιραία η κοινωνία γίνεται φεουδαρχική (μεσαίωνας): κάθε βουνό και μπαϊράκι κάποιου ευγενή ή φύλαρχου, αλληλοσκοτωμοί για εφήμερη εξουσία με αποτέλεσμα η Εκκλησία ως ενιαία πνευματο-κοινωνική έκφραση των επιμέρους κοινωνιών να αποκτήσει κοσμική εξουσία.
Αποκτά τα δικά της φέουδα και τα τάγματα των Μοναχών αναπτύσσουν, ασφαλέστερα άλλων, γεωργία, βιοτεχνία και βεβαίως αμπελοκαλλιέργεια. Εκκλησιαστικοί “γόνοι” γίνονται βιομήχανοι, γόνοι εμπόρων πάπες και …… αρχίζει η αναγέννηση (1500).
Ισχυροποιούνται κάστες επαγγελματιών, χρηματοδοτούνται καλλιτέχνες, ανθίζει το εμπόριο και δεν τους φθάνει ο τόπος! Αρχίζουν οι εξερευνήσεις που στόχο είχαν την μεταφορά πόρων και αποτέλεσμα την αποικιοκρατία. Τα κράτη αυτά μεγαλύνονται (!) ώσπου κάποιος, ο Ναπολέων, αποφασίζει να τους βάλει σε σειρά και έτσι ένας υπολοχαγός γίνεται Αυτοκράτορας και για 15 χρόνια (1800-15) αρχίζει το μεγάλο αλληλοφάγωμα στην περιοχή, δίνοντας ευκαιρία στις αποικίες να ξεκινήσουν τον αγώνα της ανεξαρτητοποίησή τους.
Μέχρι να συνειδητοποιήσουν την μετά Ναπολέοντα κατάσταση, αρχίζει η βιομηχανική επανάσταση, πρώτα με τα τραίνα, άρα γρήγορες και ασφαλείς ηπειρωτικές μεταφορές, και μετά με τα ατμόπλοια και τους ατμοκινητήρες στη βιομηχανία.
Όπου μεταλλεύματα και εργοστάσια, νέα συσσώρευση πλούτου, και αμέσως οι εργάτες συνδικαλίζονται για να γλυτώσουν τον εκτοπισμό από την εργασία και τον εκφυλισμό της αμοιβής λόγω της εμφάνισης των “μηχανών”.
Εν τω μεταξύ η άλλη περιοχή της ηπείρου, η Βόρεια Ευρώπη, διαθέτοντας φυσικούς πόρους, με τις “μηχανές” αναπτύσσεται δυναμικά και αισθάνεται ότι εμποδίζεται στο εμπόριο. Δημιουργείται το Β΄ Ράιχ και μπαίνει σε πόλεμο κόντρα σε ανατολή και δύση.
Ητάται γιατί στις ευρωπαϊκές δυνάμεις προστίθεται και η αυτόνομη Αμερική (όχι πλέον ως αποικία Άγγλων και Γάλλων) που διεκδικεί μερίδιο στην παγκόσμια κυριαρχία.
Μετά τον διαλυτικό Α΄ παγκόσμιο πόλεμο επικρατεί φτώχια και δυστυχία σε ανατολή και βορρά και έτσι στη Ρωσία οι κομμούνες γίνονται κυρίαρχος κομμουνισμός και νέο φασιστικό Ράιχ (Γ) στην Κ. Ευρώπη που θέλει να εξαπλωθεί παντού.
Αναπόφευκτη σύγκρουση, κάτι σαν β΄ γύρος, μεταξύ φιλελεύθερων δυτικών και κομμουνιστών ανατολικών, κόντρα στους βορειοευρωπαίους φασίστες του Γ΄ Ράιχ και φουντώνει ο Β΄ παγκόσμιος.
Με την λήξη του πολέμου και την ήττα και πάλι του Ράιχ (1945) ο κόσμος οριστικά διαιρείται σε δυτικό, με νέο ηγέτη την Αμερική στη θέση της “τραυματισμένης” Αγγλίας, και σε ανατολικό με ηγέτη την κομμουνιστική Ρωσία.
Για 40 χρόνια ψυχρός πόλεμος μεταξύ τους και την δεκαετία του 1980 έρχεται η ανατροπή του κουμμουνισμού στην Ευρώπη, που είχε φθάσει στα όριά του (οικονομικά). Την επόμενη δεκαετία οι ενιαίες πλέον αγορές φέρουν την παγκοσμιοποίηση που επιταχύνεται και λόγω των νέων τεχνολογιών, οι οποίες μεταφέρουν ταχύτατα γνώση, είτε κατασκευασμένη είτε πραγματική.
Παράλληλα με τα παραπάνω είναι και η ιστορία της αμπελοοινοπαραγωγής στη ζώνη αυτή.
Οι Ετρούσκοι από την Τροία φέρνουν την αμπελοκαλλιέργεια στην Ιταλία (Τοσκάνη, 8ο αιώνα π.Χ.) και οι Έλληνες άποικοι στην Μασσαλία. Από το 200 π.Χ. την εξάπλωση του οινικού εμπορίου αναλαμβάνει το Ρωμαϊκό “κατεστημένο” έως ότου οι βάρβαροι καταλύουν τα πάντα (480 μ.Χ).
Η αμπελοοινική παραγωγή επανεκινά το 1100 μ.Χ. από τους μοναχούς των μοναστηριών της Γαλλίας και της Ιταλίας που εξαπλώνονται και στην Γερμανία.
Τους Γάλλους τους βολεύει πολύ ότι το απέναντι νησί και από το 1700 μ.Χ και μετά, μεγάλο κράτος, δεν έχει αμπέλια αλλά πίνει κρασί και έτσι αυξάνουν την παραγωγή και επί χρόνια κρατούν τα σκήπτρα. Πείθουν τον Ναπολέοντα να λειτουργήσει σύστημα υδάτινων δρόμων που να συνδέει όλα τα μεγάλα ποτάμια μεταξύ τους, ώστε να φθάνει το κρασί στο Παρίσι, και η οινοπαραγωγή απογειώνεται.
Όπου ποσότητα συνήθως η συσσώρευση χρήματος και ίσως εκσυγχρονισμός. Οι πλούσιοι παραγωγοί του Medoc στο Μπορντώ αυτοκατηγοριοποιούνται το 1855 και από τότε αρχίζει να εμφανίζεται ποιοτικό κρασί.
Παράλληλα, στην Ανατολική Αυτοκρατορία και αργότερα στο Βυζάντιο, η άμπελος εξαπλώνεται σε κοιλάδες του Αίμου και στους πρόποδες των Καρπαθίων έως και το π. Δνείστερο. Με την έλευση των Οθωμανών, η αμπελοοινοπαραγωγή υποχωρεί και επανεμφανίζεται όταν οι Τσάροι προσαρτούν τμήματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπως την Μολδαβία που αποτελούσε το “κελάρι” των Τσάρων.
Η φυλλοξήρα περί το 1900 διαλύει όλους τους αμπελώνες της Κεντρικής Ευρώπης αλλά ξεκινά μια νέα πορεία με νέα εξευγενισμένα φυτά. Μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο δημιουργείται η ΕΟΚ με 7 στα 12 μέλη οινοπαραγωγές χώρες και η Comecon με 5 οινοπαραγωγές δημοκρατίες με διαφορετική καλλιεργητική και οικονομική κουλτούρα. Από το 1990 και μετά ξεκινά η παγκοσμιοποίηση με την εξαγορά και εγκατάσταση πολυεθνικών οινικών εταιρειών και στην Ανατολική Ευρώπη. Η ομογενοποίηση της αγοράς του οίνου είναι γεγονός.
2. ΟΙ ΑΜΠΕΛΟΟΙΝΙΚΕΣ ΚΟΙΛΑΔΕΣ ΣΤΗΝ ΖΩΝΗ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
Οι ορεινοί όγκοι και τα μεγάλα ποτάμια καθορίζουν τις αμπελοοινικές περιοχές της κεντρικής Ευρώπης, αφού οριοθετούν τις κοιλάδες όπου οδηγείται φυσικά η απορροή των ομβρίων υδάτων. Στο κέντρο των κοιλάδων και στο χαμηλότερο υψόμετρό τους, ρέουν οι ποταμοί. Στον άνω ρου (τμήμα) των ποταμών, οι κοιλάδες ορίζονται και ως υψίπεδα και συνήθως περιλαμβάνουν και λίμνες που υπερχειλίζουν στα ποτάμια. Στο μέσο ρου οι κοιλάδες περιλαμβάνουν χορτολιβαδικές και δασικές εκτάσεις ως παζλ με σκούρα και ανοικτά πράσινα κομμάτια. Τέλος στο κάτω ρου όπου σχηματίζονται μεγάλες προσχωσιγενείς εκτάσεις, οι κοιλάδες γίνονται οι εύφορες πεδιάδες.
Είναι γνωστό, όπως αναφέρεται και στον Οινικό Γύρο της Γαλλίας ότι στις κοιλάδες των ποταμών αναπτύχθηκε η χλωρίδα και η πανίδα της γης, πρωτοεγκαταστάθηκε ο homo sapiens, όπου έγινε καλλιεργητής εκτός από κυνηγός, δημιουργήθηκαν οι μεγάλες πόλεις και γενικότερα τα κέντρα εμπορίου και πολιτισμού.
Είναι επίσης γνωστό, ότι αυτό έγινε αφενός μεν λόγω του εύφορου εδάφους (προσχώσεις πλημμυρών), του κλίματος (αέρινοι διάδρομοι με κυκλοφορία ρευμάτων) και της δυνατότητας υδροληψίας και αφετέρου της ευκολίας πρόσβασης, προσπέλασης και κυκλοφορίας που εξασφάλιζε η υδάτινη φλέβα – δρόμος.
Η οροσειρά των Άλπεων από τη Μεσόγειο έως την Κεντρική Ευρώπη που διακρίνεται σε Άλπεις Γαλλικές, Βαλαισκανές, Βερναίες, Γκλάρις, Ραιτικές, Τυρόλου, Βαυαρικές, Σαλτβούργου, Αυστριακές, Στυρίας, Ιουλιανές και Καρνικές, περιβάλλεται “εξωτερικά” και περιμετρικά από μια σειρά άλλων ορέων που είναι: Νοτιοδυτικά οι Σαββέννες. Βόρεια τα Βοσνία, ο Μέλανας Δρυμός, ο Βοημικός Δρυμός. Βορειοανατολικά τα Τάπρα, τα Καρπάθια, οι Τρανσυλβανικές Άλπεις και Νότια ο Αίμος, οι Δειναρικές Άλπεις και τα Απένινα. Έτσι δημιουργούνται μεταξύ τους τρεις (3) μεγάλες πεδιάδες και δύο (2) εξωτερικά τους: μία προς Ατλαντικό (Γαλλία) και μία προς Εύξεινο (Ρουμανία – Μολδαβία) αντίστοιχα.
Τα κυριότερα ποτάμια που παροχετεύουν στη θάλασσα την απορροή αυτών των ορεινών όγκων και των ενδιάμεσων πεδιάδων τους, από νότο με αριστερόστροφη φορά είναι : 1.Σηκουάνας με παραπόταμο Μάρνη, 2.Λίγηρας, 3.Ποταμοκόλπος Zirode με παραπόταμους Dordogne και Garonne, 4.Ροδανός με παραπόταμο Σων, 5.Πάδος, 6.Ρήνος με παραποτάμους Άαρ, Μοζέλα και Μαιν, 7.Δούναβης με παραποτάμους Τίσα, Μοράβα, Σάβο, Δράβο και Προύθο, 8.Δνείστερος
Οι κοιλάδες των ποταμών αυτών είναι η αμπελοοινική περιοχή της Κεντρικής Ευρώπης και διακρίνονται στις περιοχές : Δυτικά των Άλπεων, Νότια των Άλπεων, στις Άλπεις και τις βορινές πλαγιές τους, μεταξύ Άλπεων και Καρπαθίων, μεταξύ Καρπαθίων και Αίμου και έως τη Μαύρη Θάλασσα, Βορειοανατολικά των Καρπαθίων έως τον Καύκασο.
Χάρτης 2

Η οινική ανάπτυξη αυτών των περιοχών όπως αναφέρεται και παραπάνω, πέρα του πρόσφορου εδάφους και του κλίματος, είχε να κάνει και με ένα ισχυρό ποτάμιο δίκτυο μεταφορών που πιο νωρίς από το σιδηρόδρομο, διασύνδεσε όλη την Κεντρική Ευρώπη. Η υδραυλική μηχανική από το 1800 μ.Χ. επιτρέποντας την εκτεταμένη προς τις πηγές ενός ποταμού πλεύση (ανάντι), με τις δεξαμενές αλλαγής στέψης (υψομέτρου) στα ποτάμια αλλά και σταδιακά η μηχανική εκσκαφή διωρυγών που να ενώνουν μεταξύ τους τις ροές δύο ποταμών, εκσυγχρόνισαν αυτό το δίκτυο κάνοντάς το να αντέχει και σήμερα στον οικονομικό ανταγωνισμό αλλά πλέον και να συμμετέχει στην τουριστική Βιομηχανία (κρουαζιέρες σε ποτάμια).
Από τα επιτεύγματα αυτά σημειώνουμε την πλήρη διασύνδεση με διώρυγες όλων των ποταμών της Γαλλίας και τη διώρυγα που ένωσε πρόσφατα τον Μαϊν, παραπόταμο του Ρήνου, με τον Δούναβη από την Nurnberg έως τα βόρεια του Regensburg στη Γερμανία.
Θεωρώντας ότι μια πλωτή διαδρομή από τον Ατλαντικό έως τη Μαύρη Θάλασσα αλλά και ακόμη πιο πέρα από τη Μαύρη Θάλασσα στην Αζωφική και από εκεί στον Καύκασο, είναι ο καλύτερος τρόπος για να γνωρίσεις αμπελοτόπια και ποικιλίες, στα επόμενα γίνεται η συνοπτική παρουσίαση όλων αυτών ακολουθώντας τον πλωτό άξονα Λίγηρα-Ρήνου-Δούναβη, τη θαλάσσια διαδρομή Μαύρης Θάλασσας-Αζωφικής και με ποτάμια διώρυγα φθάνουμε στην Κασπία. Από εκεί επιστρέφουμε με “ενετική σκούνα” ταξιδεύοντας από Ρόστοβ έως Βενετία και επισκεπτόμεθα τις κοιλάδες στα νότια των Άλπεων.
3. ΟΙ ΑΜΠΕΛΟΟΙΝΙΚΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΠΛΕΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΤΛΑΝΤΙΚΟ ΕΩΣ ΤΗΝ ΚΑΣΠΙΑ
Ατλαντικός – Λίγηρας (διώρυγα) – Σων (διώρυγα) – Ρήνος (διώρυγα) – Μοζέλας – Ρήνος (ανάντη) – Μαιν (ανάντη, διώρυγα) – Δούναβης – παραπόταμοι Δράβος και Σάβος – Δούναβης – παραπόταμοι Τίσα και Βελίκα Μοράβα -Δούναβης – Μαύρη Θάλασσα – Αζωφική – Ροστόβ (ποτάμι/λίμνη/διώρυγα) – Κασπία. Επιστροφή: Ροστόβ – Βενετία
Χάρτης 3 (1)

(1) Ο χάρτης αυτός θα παρουσιασθεί στα επόμενα σε 10 “παράθυρα”. Μπορεί να σας αποσταλεί στο σύνολο (κλ.1:4.000.000) και με το αντίστοιχο υπόμνημα, ύστερα από ηλεκτρονική αλληλογραφία.
α. Δυτικά των Άλπεων
Οι δρόμοι του νερού και οι δρόμοι του κρασιού στη Γαλλία
Χάρτης 3.1

Η Γαλλία ήταν ανέκαθεν πρώτη στον κόσμο, σε αξία παραγόμενου οίνου, παραγωγός χώρα και μέχρι πρότινος και η πρώτη σε οινοπαραγωγή. Η σύγχρονη οινοποιητική περίοδος ξεκινά από το 1500 μ.Χ. και τους Κιστερσιανούς Μοναχούς.
Η μεγάλη οινοπαραγωγή οφειλόταν και στο ότι κατασκεύασαν ένα δίκτυο μεταφοράς κρασιού που κάλυπτε όλη τη χώρα τους, τις κάτω χώρες και το απέναντι μεγαλονήσι της Αγγλίας. Με εξαίρεση το κομμάτι της Αγγλίας, το άλλο δίκτυο ήταν υδάτινο, δηλαδή πλέοντας τα ποτάμια έφθαναν από τον Βορρά στο Νότο και από Ανατολή σε Δύση.
Από την Μεσόγειο στον Ροδανό και τον Σων και από εκεί στον Μοζέλα και από τον Μοζέλα στον Μάρνη και Σηκουάνα και από τον Σηκουάνα στον Λίγηρα και από εκεί στον Ατλαντικό. Συνεχίζοντας, σε αντίθετη φορά, από τον Ατλαντικό στον ποταμόκολπο Ζιρόντ και ανάντη στον Γκαρόντ και με την Δυτική Τάφρο στον Κόλπο του Λέοντα στη Μεσόγειο.
Οι υδάτινοι αυτοί δρόμοι έχουν προσδιορίσει μια πολύ μεγάλη αμπελοκαλλιέργεια που διαφέρει τόσο στα φυτά όσο και στην επεξεργασία του γλεύκους τους. Αυτό έχει να κάνει με τις ιδιαιτερότητες του γενικού κλίματος της όλης περιοχής, την σύσταση των αντίστοιχων εδαφών αλλά προφανώς και με την κουλτούρα και παιδεία των παραγωγών.
Διακρίνουμε λοιπόν δεκατέσσερεις αμπελοοινικές περιοχές-ζώνες, οι οποίες έχουν αναπτύξει τη δική τους οινοπαραγωγή.
Στην Καμπανία (1) (βόρεια) η μέση θερμοκρασία δεν επιτρέπει την ωρίμανση των σταφυλιών και έτσι η σαμπάνια αναπτύσσει τον όξινο χαρακτήρα της (Pinot Noir, Pinot Meunier, 25% Chardonnay).
Στην Αλσατία (2) ο Ρήνος ανατολικά και τα Βόσγια Όρη δυτικά δημιουργούν μικροκλίμα για αμπελοκαλλιέργεια. Η ηλιοφάνεια όψιμη ωρίμανση και η υγρασία, λόγω Ρήνου, την ανάπτυξη Botrytis cinerea (ευγενής σήψη – γλυκό κρασί). Λευκά και γλυκά κρασιά από τις ποικιλίες Riesling, Gewuzz traminer, Muscat, Pinot Gris, Sylvaner, Pinot Blanc, Pinot Noir (επτά) και αφρώδη Cremant d’ Alsace (Pinot Blanc και Gris).
Αναλογικά στους αμπελώνες του Ιούρα (3) το λευκό Savagnin διαδραματίζει κυρίαρχο ρόλο στο ξακουστό vin jaune η λευκή Natura που σχετίζεται με το Traminer και το Poulsaid για ανοικτά …………..
Στη βόρεια Βουργουνδία (4), στη ζώνη Chablis, καλλιεργείται το Chardonnay σε ασβεστώδη εδάφη χάρη στα οποία οφείλεται ο εμπλουτισμός του χυμού με μεταλλικά στοιχεία. Στην κεντρική Βουργουνδία η ισορροπία στράγγισης και συγκράτησης νερού από το πηλώδες και αργιλώδες αντίστοιχα υπόστρωμα, απογειώνει το Pinot Noir, ενώ νότια στα γρανιτώδη εδάφη του Μπωζολαί (5) το Gamay βρίσκει κατάλληλες συνθήκες για να αναπτυχθεί.
Κατά μήκος του ποταμού Λίγηρα (6) το ηπειρωτικό κλίμα ευνοεί την παραγωγή καλών κρασιών. Επικρατεί το Cabernet Franc στα κόκκινα, ενώ στα άσπρα είναι η πατρίδα του Chenin Blanc αλλά και του Sauvignon Blanc. Στις εκβολές το θερμό ρεύμα του Κόλπου δίνει ήπιο υγρό κλίμα και έτσι ο πρώτος τρύγος που γίνεται νωρίς, αναδεικνύει την Muscadet (λευκό).
Ο Ροδανός (Rhone) είναι ένας ποταμός αμπελοτόπι που ξεκινά από την Ελβετία, περνά από την Σαβοΐα, φθάνει στην Lyon όπου στρέφεται προς νότο και για 200 χλμ. δίνει τα αμπελοτόπια της ομώνυμης Κοιλάδας.
Στους αμπελώνες της Σαβοΐας (10) οι γηγενείς είναι οι λευκές Jacquerie και Rausette και η κόκκινη Mondeuse, ενώ Gamay και Chardonnay κερδίζουν έδαφος.
Στο βόρειο τμήμα της κοιλάδας του Ροδανού (9), από Βιέν έως Βαλένθια (Μιντί), το Syrah είναι το αστέρι και στον αστερισμό του κρέμονται τα περίφημα Cotes-du-Phone rouges. Τα λευκά κρασιά είναι ποικιλίες Marsanne, Roussanne και Viognier.
Στο νότιο τμήμα, από Βαλένθια και Μουλιμαρ έως Avignon το κλίμα και το τοπίο γίνεται μεσογειακό και οι ποικιλίες γίνονται Grenache, Mourvedre και Syrah (70% κόκκινες παραγωγές). και Grenache Blanc, Marsanne, Roussanne Viognier (80% λευκή παραγωγή) και το Cotes-du-Phone εξειδικεύεται σε Cotes-du-Phone-Villages με την ένδειξη του χωριού (16 κοινότητες) ή χωρίς την ένδειξη (95 κοινότητες).
Στο Μπορντώ (7), μεταξύ ποταμόκολπου Ζιρόντι και Ατλαντικού Ωκεανού, δηλαδή στο Μεντόκ, το εύκρατο κλίμα ευνοεί το Cabernet Sauvignon, ενώ δυτικά του ποταμόκολπου και μεταξύ των δύο ποταμών Dordogne και Garone το κλίμα είναι πιο υγρό, αλλά λόγω του χαλικώδους υποστρώματος εξασφαλίζεται η καλή στράγγιση που ευνοεί Merlot και λευκές Semillon και Sauvignon Blanc.
Στη νοτιοδυτική περιοχή (8) το κλίμα είναι θερμότερο και τα βουνά, στο νότο και ανατολικά, προσφέρουν αποτελεσματική προστασία Cabernet, Merlot, Semillon και Sauvignon Blanc (όπως και στο Μπορντώ) οι κυρίαρχες ποικιλίες, ενώ αναπτύσσονται και κάποιες γηγενείς.
Στην Προβηγκία (11) η παρουσία των Άλπεων και της Μεσογείου συντελούν στην ποικιλομορφία των ποικιλιών και των παραγόμενων κρασιών. Μετά την μεγάλη φυλλοξήρα φυτεύτηκαν Cinsault και Grenache που δίνουν “παχύ” κόκκινο κρασί, που όμως με αφαίμαξη και σύντομη εκχύλιση δίνουν ανοιχτόχρωμο ροζέ, φτωχό σε τανίνες.
Μετά το 1980 η περιοχή αναδεικνύεται ως θέρετρο και δεύτερη κατοικία βορειοευρωπαίων, οπότε νέες καλλιέργειες για όλα τα γούστα : Syrah, Mourvedre, Cabernet, Semillon, Sauvignon.
Στην περιοχή Λαγκντόκ (13) και Ρουσιγιόν (14), μια από τις μεγαλύτερες οινοπαραγωγικές περιοχές του κόσμου, που εκτείνεται γύρω από τον Κόλπο του Λέοντος το υψηλό ποσοστό ηλιοφάνειας και οι ισχυροί βορειοδυτικοί άνεμοι εγγυώνται την καλή υγεία των σταφυλιών.
Έως το 1970 οι πεδιάδες φυτεμένες με Aramon και Carignan και οι πλαγιές με Grenache και Mourvedre, το κρασί που αναμειγνύονταν έδινε ισορροπημένα αποτελέσματα σε χύμα διάθεση.
Από το 1970 στις πεδιάδες άρδευση, άρα περιορισμός αμπελοκαλλιέργειας έναντι καλλιέργειας λαχανικών και κρασιά μόνο ονομασίας ελεγχόμενης προέλευσης. Έτσι νέες ποικιλίες εγκλιματίζονται : Syrah, Mourvedre, Grenache (κόκκινα) και Roussanne, Marsanne, Rolle και Viognier (λευκά) που κατά παράδοση αναμειγνύονται μεταξύ τους και δίνουν κρασιά ισορροπημένα και πολύπλοκα.
β. Στις Άλπεις και στις βορεινές πλαγιές τους
Στον ορεινό Ρήνο και στον Αλπικό Ροδανό, Ελβετία
Χάρτης 3.2

Στο κεντρικό τμήμα της οροσειράς των Άλπεων, στην Ελβετία, στα οροπέδια μεταξύ των κορυφών δημιουργούνται λίμνες και από τις παρειές αυτών των κορυφών ξεκινούν και τα μεγάλα ποτάμια.
Έτσι από τις Βερναίες Άλπεις στα νότια της Ελβετίας ξεκινούν α) Π. Ροδανός που κατ΄ αρχάς τροφοδοτεί την λίμνη Le Man και εν συνεχεία οδεύει για την Γαλλία, β) Από το Λιχτενστάιν και Ραιτικές Άλπεις ο Ρήνος, ο οποίος κατ΄ αρχάς τροφοδοτεί τη λίμνη της Κωνσταντίας και εν συνεχεία οδεύει προς Βασιλεία και από εκεί συνεχίζει προς τα βόρεια, γ) Από την λίμνη Λοκάρνο (Ελβετία) και Ματζιόρε (Ιταλία) ξεκινά ο Τιτσίνο, παραπόταμος του Πάδου, δ) Από την περιοχή των τριών λιμνών (Νεσατελ – Μπλερ – Μόρα) ο Άαρ που εκβάλλει στον Ρήνο στη Βασιλεία και έτσι διπλασιάζει τη ροή αυτού.
Οι κοιλάδες απ΄ όπου διέρχονται οι ποταμοί, κυμαίνονται σε υψόμετρο από 350 μ. έως τα 650 μ., όσο περίπου είναι και το μέσο υψόμετρο στη Νεμέα και στη Νάουσα και έτσι αυτόματα κατανοούμε γιατί στην Ελβετία μπορεί να καλλιεργείται η άμπελος και γιατί τα τοπογραφικά και κλιματολογικά χαρακτηριστικά της, δίνουν ποιότητα στα παραγόμενα κρασιά.
Η Ελβετία διοικητικά έχει 26 καντόνια χωρίς να υπάρχει σε κανένα νομοθεσία για το κρασί. Αμπελοοινικά όμως μπορεί να διακριθεί σε τέσσερεις ενότητες : τη βορειοδυτική, περί των τριών λιμνών (26), την ανατολική παραρήνια (25) την νοτιοδυτική περιοχής της Βαλαί, στα ανάντη του Ροδανού (27) και την Τιτσίνο περί της λίμνης Λοκάρνο (28).
Στην περιοχή των 3 λιμών και ειδικότερα της Νεσατέλ καλλιεργείται η λευκή γηγενής Chasselas και η διεθνής Pinot Noir.
Στις παραρήνιες, πριν και μετά την λίμνη της Κωνσταντίας (υψόμετρο 320-650 μ.), καλλιεργείται το Pinot Noir και το λευκό Muller-Thurgau.
Στο Βαλαί, που είναι η μεγαλύτερη περιοχή (κοιλάδα μήκους 50 χλμ) στη δυτική όχθη του Ροδανού παράγεται το λευκό Fendat (από Chasselas) και το κόκκινο Dole (Pinot Noir και Gamay). Το υψόμετρο των αμπελοκαλλιεργειών αυτών ποικίλει από τα 460-630 μ. αλλά υπάρχει και το “κρασί των πάγων” Visperterminen, που παράγεται από καλλιέργεια στα 1100 μ.
Τέλος, στο Τιτσίνο παράγεται από το 1907 το “Merlot del Ticino” που νότια της λίμνης Λοκάρνο, σε αμμώδη και αλλουβιακά εδάφη είναι ελαφρύ και φρουτώδες και βόρια της λίμνης, κατά μήκος της πεδιάδας του ποταμού που τα εδάφη είναι γρανιτικά και φτωχότερα, δυνατό κρασί με σταθερή δομή.
Στον μέσο Ρήνο και στους παραπόταμους Μοζέλλα και Μαίν,
Γερμανία (Ρηνανία) και Λουξεμβούργο
Χάρτης 3.3

Η Γερμανία στο/το κέντρο της Ευρώπης εκτείνεται από τις Άλπεις έως τη Βόρεια Θάλασσα και την Βαλτική και συγκροτείται από το 1000 μ.Χ. σε Αυτοκρατορίες ή Ομοσπονδίες που αποτελούνται από κρατίδια που συνενώνονται και διασπώνται με διαφορετικούς δεσμούς και τρόπους, ανάλογα με τον “οίκο” που τα κυβερνά (Αγία Γερμανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία 962-1806 μ.Χ, 2ο Ράιχ, Ανατολική/ Σοσιαλιστική – Δυτική)
Σήμερα η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αποτελείται από 13 κρατίδια και 3 πόλεις-κράτη, με πληθυσμό περίπου 85 εκ. και διακρίνεται στη Νότια (Βαυαρία, Βάδη – Βυρτεμβέργη), στη Δυτική (Ρηνανία – Παλατινάτο, Έσση, Β. Ρηνανία – Βεστφαλία), στη Βόρεια (Αμβούργο – Βρέμη – Κάτω Σαξονία, Σλέσβιχ – Χολστάϊν, και Μεκλεμβούργο – Προμερανία) και στην Ανατολική (Βερολίνο – Βραδεμβούργο, Σαξονία – Ανχάλτ – Σαξονία).
Ο γερμανικός οργανισμός οίνου έχει οριοθετήσει τις 9 από τις 13 διακεκριμένες περιοχές παραγωγής κρασιού στη Δυτική Γερμανία, στις κοιλάδες του μέσου και κάτω Ρήνου και των παραποτάμων του (1 – 7 & 11 στον χάρτη).
Τρεις ακόμη οριοθετούνται σε περιοχές του Άνω Ρήνου: η Βάδη (9) στην παρόχθια λωρίδα από Βασιλεία έως Χαϊδελβέργη, η Βυτεμβέργη (10) περί της Στουτγάρδης και η Hessisch Bergs (8) ενώ οι υπολειπόμενες δύο βρίσκονται στην Ανατολική Γερμανία : στη συμβολή των ποταμών Unstrut και Saale (12) και στην κοιλάδα του π. Έλβα (Σαξονία, 13).
Οι αμπελώνες στην Γερμανία ανέρχονται στα 103.000 Ha. Η βασική ποικιλία είναι η Riesling (21% που στα παρόχθια δάση του Ρήνου αφομοιώνει τα χαρακτηριστικά κάθε τοποθεσίας και έτσι έχουμε τη διαφορετικότητα του αμπελοτοπιού. Η δεύτερη λευκή ποικιλία η Müller-Thurgau (18,5%), αποτελεί διασταύρωση Riesling και Gutedel που έγινε από τον Müller στην περιοχή του Thurgau και η τρίτη είναι η γηγενής Silvaver (6.5%).
Η βασική κόκκινη ποικιλία είναι το Spat_burgunder (9,5%) που είναι από το γαλλικό Pinot Noir που έφεραν οι Κιστερκιανοί Μοναχοί από το Αββαείο του Κλινύ (Βουργουνδία) στο Αββαείο Έμπερμπαχ τον 12ο αιώνα μ.Χ (Κίντριχ, Έση) και η δεύτερη η Portugieser (5,5%) που εισήχθη από την Αυστρία.
Η γερμανική νομοθεσία διακρίνει το κρασί σε Tafelwein (επιτραπέζιο), Land Wein (τοπικό) και Qualitats Wein (ποιοτικό).
Στο ποιοτικό έχουμε δύο κατηγορίες QbA (ελεγχόμενης προέλευσης) και QmP (διακεκριμένης = ανώτερης). Η κατηγοριοποίηση των εκτάσεων που δίνουν το “ποιοτικό” κρασί, είναι γενική και το κρασί δεν ταξινομείται μέσα σε κάθε αμπελοοινική περιοχή (κατά προέλευση, Γαλλικό Πρότυπο). Έτσι σε κάθε αμπελοοινική περιοχή έχουμε “συνοικίες” (bereich), εντός των οποίων υπάρχουν περιοχές “συλλογικών αμπελώνων” (groblage) και καθ΄ ένας από αυτούς έχει τις επιμέρους περιοχές του (Einzellage ή Lage).
Συνολικά το σύστημα διακρίνει 13 περιοχές, 41 bereich με 160 groblages και 2632 einzellages.
Η οινική εξερεύνηση του Ρήνου θα περιλαμβάνει την κατάβαση του Mosel (31), τον τόπο του Riesling, τις

περιοχές Nachs, Reinhessen (34) και Παλατινάτο (35) (νότια του Μαιντς), το Rheingau (32) (Rudesheim) και τη δεξιά όχθη έως Κομπλεντς, Mytilene-rhein (30) (Ραϊνταλ) και, αν έχουμε χρόνο, μέχρι τον Ahr (29) την μοναδική “κόκκινη” περιοχή.
Όπως και στη Γαλλία, όλες αυτές οι παραρήνιες πόλεις και χωριά, διαθέτουν ιστορικά κέντρα, κάστρα και οχυρώσεις που παραπέμπουν στη Μεσαιωνική Ιστορία της Ευρώπης και συνδέονται με τα τοπία που διαμορφώνουν οι υδάτινες περιοχές.
Ειδικότερα όμως στη περιοχή, η πόλη της Φρανκφούρτης (πάνω στον π. Μαιν) αποτελεί το οικονομικό κέντρο της σύγχρονης Γερμανίας και επομένως ένα ακόμη αξιοθέατο, που μας βάζει στην σύγχρονη πραγματικότητα των αγορών.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η κοιλάδα του Λουξεμβουργιανού Μοζέλα, δηλαδή του τμήματος εκείνου του Μοζέλ που είναι φυσικό όριο των δύο χωρών ανάντη της Trier. Πρόκειται για μια κοιλάδα μήκους 42 χλμ και πλάτους 330-400 μ. με βροχοπτώσεις που φθάνουν τα 725 χιλιοστά, που η διαφορά της με τις κοιλάδες που προηγούνται και ακολουθούν είναι η εδαφολογική της σύνθεση, στην οποία δεν επικρατεί η ασβεστολιθική σύσταση αλλά η ασβεστοαργιλική.
Στην αριστερή όχθη αυτής της κοιλάδας, κατεβαίνοντας τον ποταμό (δηλ. στο Λουξεμβούργο) από το Σέγκεν νότια έως το Βασερμπιλιγκ βόρεια, παράγεται αποκλειστικά λευκό κρασί από την ποικιλία Rivaner, διασταύρωση Riesling και Gutedel, που έγινε στα τέλη του 19ου αιώνα (1300 Ha). Επίσης εδώ, με πτωτική τάση, καλλιεργείται από τους Ρωμαϊκούς χρόνους το Elbling,, από το οποίο παράγεται ένα ελαφρύ κρασί με υψηλή οξύτητα που χρησιμοποιείται ως βάση για αφρώδη κρασιά.
Στον μέσο Δούναβη, Αυστρία
Χάρτης 3.4

Η ιδιαιτερότητα της Αυστρίας είναι ότι έχει αμπελοοινικές περιοχές και περί τον π. Δούναβη (Κάτω Αυστρία) και στις ημιορεινές περιοχές έως τις παρειές των Αυστριακών Άλπεων (Μπουργενλαντ) και των Άλπεων της Στυρίας.
Η Κάτω Αυστρία διακρίνεται σε 3 υποπεριοχές :
- Στις παραδουνάβιες (41), όπου στο Βαχάου καλλιεργείται το Riesling, ενώ περί της πόλης Κρεμς το Gruner Veltliner.
- Στο Weinviertel (42), βόρεια του Δούναβη και έως τα σύνορα με την Τσεχία, όπου από το Rets (δυτικά) έως το Falkenstein (βορειοανατολικά) συγκροτείται το 1/3 του αμπελώνα της χώρας και καλλιεργούνται κυρίως τα λευκά Gruner Veltliner, Burgunder, Traminer kai Riesling.
- Περί της Βιέννης (43) και στο Thermenregion με τα λευκά του Weinvertel αλλά και κόκκινα Zierfandler και Rotgipfer.
Το Μπούργενλαντ (44) διακρίνεται σε πέντε (5) υποπεριοχές, νότια, δυτικά και βόρεια της λίμνης Nouzhdler κοντά στα σύνορα με την Ουγγαρία.
Στις περιοχές αυτές καλλιεργούνται οι κόκκινες ποικιλίες Blaufrankisch και Zweigelt καθώς και το St Laurent που έχει προκύψει από το πάντρεμα των δύο προηγούμενων αλλά παράγονται και γλυκά κρασιά με την ευδοκίμηση του μύκητα Botrytis cinerea στις ποικιλίες Welschriesling ή Neuchatel ή Bouvier.
Τέλος στη Στυρία (45) διακρίνουμε τρεις (3) υποπεριοχές επί των νοτιοανατολικών συνόρων (στη μεσαία βρίσκεται η πόλη Gratzs) και σ΄ αυτές καλλιεργούνται οι άσπρες Welsch-riesling (25% του συνόλου), Weinburgunder και Muller – Trurgo αλλά και το διεθνές Sauvignon Blanc που εδώ έχει φρουτώδες άρωμα και στιβαρή δομή και οι γηγενείς κόκκινες Zweigelt και Blauer Wildbacher που η ανάμιξή τους δίνει το τοπικό κρασί Schilcher.
γ. Μεταξύ Άλπεων και Καρπαθίων
Η οινοπαραγωγική περιοχή μεταξύ Άλπεων και Καρπαθίων αλλά και αυτές μεταξύ Καρπαθίων και Αίμου και βορειοανατολικά των Καρπαθίων, ανήκουν σε χώρες της τέως Σοβιετικής Ένωσης, και σε δύο χώρες της τέως Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας.
Μέχρι το 1990 η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα είχε 12 χώρες μέλη, εκ των οποίων οι επτά (7) οινοπαραγωγές (Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία, Αυστρία, Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία) καλλιεργούσαν 4 εκ. Ha και είχαν το 50% της παγκόσμιας παραγωγής.
Στην Ανατολική Ένωση (Comecon) συμμετείχαν 10 χώρες, εκ των οποίων οι πέντε (5) οινοπαραγωγές (Ουγγαρία – Τσεχοσλοβακία – Βουλγαρία – Ρουμανία και Ε.Σ.Σ.Δ) καλλιεργούσαν 2 εκ. Ha και είχαν το 20% της παγκόσμιας παραγωγής. Τη δεκαετία του 1980, οι ανατολικές χώρες είχαν αυξήσει πολύ την παραγωγή τους αφού είχε αρχίσει ο αγώνας “κατά της βότκας και υπέρ του κρασιού” στην ουσία όμως περιορισμού του αλκοολισμού από τον ηγέτη Γκορμπατσώφ.
Με την κατάρρευση των σοσιαλιστικών καθεστώτων η αγορά του κρασιού, όπως και όλες οι αγορές, κατέρρευσε και οι συνεταιρισμοί και συνεταιριστικές οργανώσεις έπρεπε να πουλήσουν το κακής ποιότητας κρασί τους στη Δύση. Για βοήθειά τους έτρεξαν οι Ευρωπαίοι οινοπαραγωγοί και έτσι άρχισε ο εκσυγχρονισμός της καλλιέργειας και οινοποίησης των γηγενών ποικιλιών Furmit, Rebola, Plavac Mali αλλά και η εισαγωγή διεθνών ποικιλιών βάσης, όπως το Cabernet Sauvignon, κ.ά.
Η λίμνη Μπαλατόν και η μεγάλη Πεδιάδα(Δούναβης-Τίσα) στην Ουγγαρία
Χάρτης 3.5

Τρεις είναι οι διακριτές οινοπαραγωγές περιοχές στην Ουγγαρία :
Αλφιόλντ (η Μεγάλη Πεδιάδα, 47)
Από Βουδαπέστη έως Νότο, μεταξύ των δύο ποταμών Duna και Tisza, η πεδιάδα με το αμμώδες χώμα της.
Τα αμπέλια φυτεύτηκαν μετά την φυλλοξήρα (1900). Κόκκινα Cabernet – Merlot – Pinot Noir και άσπρα “διάφορα” Riesling.
Γύρω από τη λίμνη Μπάλατον (46)
Πλαγιές με αμμώδες βασάλτη και κλιμακορυθμιστή τη λίμνη (το καλοκαίρι μειώνει θερμότητα και το χειμώνα φυσικό απόθεμα ζέστης), συνθήκες που αναγνώρισαν οι Ρωμαίοι και άρχισαν την αμπελοκαλλιέργεια : στα βόρεια της λίμνης οι “ρωμαϊκοί αμπελώνες” με λευκό Olasz risling και στα νότια πρόσφατη καλλιέργεια με διεθνείς ποικιλίες.
Το Eger και το Tokaji (48), βορειοανατολική Ουγγαρία
- Στο Eger μαύρη λάσπη (ηφαιστιακή) και κόκκινα κρασιά Το φημισμένο Egri Biakver (αίμα του ταύρου) με κυρίως Kekfrancos και Cabernet Sauvignon – Merlot -Kekopurto. Άσπρα Olasz risling και Leanyka. ΔΙΑΣΗΜΑ τα τεράστια κελάρια
- Στο Tokaji κοκκινόχωμα με διάσημα ξηρά και γλυκά λευκά, τα Tokai, που προέρχονται από 5.000 Ha με τις γηγενείς Furunit και Harslevelu. Ώριμος τρύγος και Botrytis Cinerea ή ξήρανση στο αμπέλι, ανάμειξη με φρέσκο μούστο και αποθήκευση σε σπηλιές με μικροχλωρίδα. οπότε μούχλα σε φιάλες. Το Tokai διακρίνεται σε Aszu το γλυκό και Szamorodni το ξηρό.
Στους παραπόταμους Δράβο και Σάβο
Χάρτης 3.6

Όταν η Σλοβενία ήταν μέρος της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας τα κρασιά της ήταν περιζήτητα και οι αμπελώνες της έφθαναν 50.000 Ha. Σήμερα καλλιεργούνται μόνο 24.000 Ha στις εξής περιοχές :
- Podravje (49) συνέχεια της οινικής Στυρίας με κρασιά λευκά αρωματικά και φρουτώδη.
- Posavje (50) συνέχεια της Κροατικής πεδιάδας
- Primorska (51) συνέχεια των Ιταλικών περιοχών Venezia – Giulia.
Οι ποικιλίες στις περιοχές αυτές είναι οι λευκές Laski Riesling (Welschriesling), Gewurztraminer, Pinot Blanc, Riesling, ενώ στο Primorska (οροπέδιο) οι κόκκινες Refosco (teran), Barbera, Cabernet Sauvignon.
Ένα μεγάλο ποσοστό του κρασιού παράγεται ακόμη από συνεταιριστικές οργανώσεις που οι τεχνικές τους δεν ακολουθούν πλήρως τα Ευρωπαϊκά πρότυπα, ενώ σταδιακά αυξάνεται ο αριθμός των εκσυγχρονισμένων ιδιόκτητων κτημάτων.
Η Κροατία γεωφυσικά διαιρείται σε δύο τμήματα : το παράκτιο στις Δαλματικές ακτές και την χερσόνησο της Ίστρια και το ηπειρωτικό εσωτερικό, μεταξύ των παραποτάμων του Δούναβη, Save και Drau, που περιλαμβάνει κυρίως τις περιοχές του Ζάγκρεμπ και της Σλαβονίας.
Η “εσωτερική” περιοχή ανήκει στην Κεντρική Ευρώπη και οι αμπελοοινικές της περιοχές διακρίνονται στις Παραδουνάβιες (Vukovar, 52), στη Σλαβονία (Kutjevo, 53), στις βόρεια από τον π. Savo στο ύψος του Ζάγκρεμπ (Koprivnica και Varajdin, 54)) και στις νότια από τον π. Savo στο ίδιο σημείο (Metlika, 55) που αποτελούν συνέχεια αυτών στης Σλοβενίας.
Η ποικιλία που καλλιεργείται στην Σλαβονία αλλά και σ΄όλη την ηπειρωτική περιοχή και παράγει και το ομώνυμο κρασί, είναι η Gravevina, μια λευκή ποικιλία που προσομοιάζει στο Riesling. Αποτελεί το 25%-30% του όλου Κροατικού αμπελώνα (60.000 Ηa) και καταναλώνεται κυρίως στην εγχώρια αγορά. Καλλιεργούνται επίσης η λευκή ποικιλία Pinot Noir και οι κόκκινες Merlot, Pefosco (Teran), Blatina, κ.ά..
Σημειώνεται ότι στις Δαλματικές ακτές τα κρασιά είναι ανώτερης ποιότητας, ξεκινώντας από τα κόκκινα της γηγενούς ποικιλίας Pnavac Mali (μπλε μικρό) και καταλήγοντας στα γλυκά επιδόρπια Prosek.
Στον παραπόταμο Βελίκα Μοράβα, Σερβία
Χάρτης 3.7

Ο παραπόταμος Βελίκα Μοράβα (άλλος από τον Μοράβα που διασχίζει την Τσεχοσλοβακία), ρέει μεταξύ των Δειναρικών Άλπεων και του Βαλκανικού Αίμου και στην ουσία αποτελεί το νότιο τμήμα του υδάτινου δρόμου που διασχίζει την Σερβία από βορειοδυτικά προς νοτιοανατολικά, αφού το βόρειο τμήμα του δρόμου αυτού είναι ο ίδιος ο Δούναβης.
Περί αυτού του υδάτινου δρόμου διαρθρώνονται οι 5 από τις 9 οινοπαραγωγικές περιοχές της Σερβίας, που είναι :
1) Subotica – Horgos (60), συνέχεια της Ουγγρικής μεγάλης πεδιάδας μεταξύ Δούναβη και Tica,
2) Η Srem (61) πάνω στο Δούναβη,
3) Η Sumadija (62), η μεγάλη πεδιάδα του Μοράβα,
4) Δυτικά του Μοράβα, περιοχή Pocerina (63)
5) Η Nisava (64), η περιοχή περί της πόλεως Nis στο νότιο Morava.
Από τις υπόλοιπες 4 περιοχές δυναμική είναι αυτή του Κοσσόβου. Συνολικά ο αμπελώνας των 9 περιοχών που ανέρχεται στα 70.000 Ha, ανήκει στην περιγραφόμενη κεντροευρωπαϊκή ζώνη, σε υψόμετρο από 600-1000 μ. και παράγει 1,5 εκ. λίτρα κρασί.
Οι ποικιλίες στην περιοχή που αποχετεύεται από τον Μοράβα είναι στα λευκά η γηγενής Smederevka για χύμα κρασί και οι διεθνείς Riesling (Rhine) και Sauvignon Blanc και στα κόκκινα η γηγενής Prokupac (το Syrah του Βελιγραδίου) και οι διεθνείς Pinot Noir, Gamay, Cabernet Sauvignon, Merlot.
δ. Μεταξύ Καρπαθίων – Αίμου και έως τη Μαύρη Θάλασσα
Στον κάτω Δούναβη
Χάρτης 3.8

Μετά την μεγάλη πεδιάδα της Ουγγαρίας, μεταξύ του Δούναβη και του παραπόταμού του Τίσα, ο Δούναβης φθάνει στο Βελιγράδι και εκεί με στροφή ανατολικά οδεύει μεταξύ Τρανσυλβανικών Άλπεων (Νότια Καρπάθια) και Βαλκανικού Αίμου προς Μαύρη Θάλασσα, όπου ……… χλμ. πριν τις ακτές στρίβει βόρεια, περικλείοντας έτσι τα Νότια Καρπάθια, ώσπου συναντά τον τελευταίο παραπόταμό του, τον Προύθο, το φυσικό σύνορο Ρουμανίας – Μολδαβίας. Από εκεί οδεύοντας προς ανατολάς δημιουργεί το δέλτα του για να εκβάλλει στη Μαύρη Θάλασσα.
Τις παραδουνάβιες αμπελοοινικές εκτάσεις αυτών των περιοχών μοιράζονται η Βουλγαρία και η Ρουμανία από ανάντη προς κατάντη.
Η Βουλγαρία διακρίνεται (και θεσμικά πλέον) σε επτά (7) οινοπαραγωγικές περιοχές. Οι πέντε (5) εξ αυτών που οριοθετούνται με σαφήνεια είναι :
- Παραδουνάβια (65) μεταξύ Δούναβη και Βαλκανικών ορέων. Εδώ οι καλλιεργούμενες ποικιλίες είναι : Cabernet Sauvignon, Merlot, Aligote, Muscatottonel, Gamza (γηγενές),
- Rsjernomorski Raion (66) στα βορειοδυτικά
- Podbalkanski Rain (67) στη Μαύρη Θάλασσα όπου καλλιεργούτναι Riesling, Sauvignon, Chardonnay και Grewurz-traminer
- Ανατολική Θράκη (68) και κεντρική χώρα όπου παράγεται λευκό Misket στη κοιλάδα των Ρόδων με νότες Muscat και νότια το σταφύλι Mavrud που δίνει το δυνατό κρασί που θυμίζει Mourvedre.
- Κοιλάδα Struma (69), νότια Σόφιας, με καλλιέργεια Melnik το “Syrah της Βουλγαρίας”
Η Ρουμανία από το 1862 με την ένωση Μολδαβίας και Βλαχίας, έγινε σημαντική οινοπαραγωγός χώρα με 250.000 Ha.
Από αυτά το 80% βρίσκεται Μολδαβίας (70), στην Muntenia (Μεγάλη Βλαχία, 71), στήν Oltenia (Μικρή Βλαχία, 72). Εδώ καλλιεργούνται οι κόκκινες Cabernet Sauvignon, Merlot, Pinot Noir και Babeasca Neagra, (γηγενής) και οι λευκές Welschriesling (Riesling Italico), Pinot Gris, Sauvignon Blanc, Muscat Ottonel και Feteasca Alba (γηγενής).
Στις περιοχές Banat (73), Transylvania (74), Crisana (75) και Maramures (76) παράγονται ξηρά λευκά κρασιά από τις ίδιες διεθνείς ποικιλίες αλλά και από τις γηγενείς Feteasca Regala και Feteasca Alba.
Η αγορά των συνεταιριστικών οινοποιείων από ευρωπαίους επενδυτές δίνει νέες δυνατότητες, Vin vico (Δανία), Vinarte (Ιταλία).
ε. Βορειοανατολικά των Καρπαθίων κι έως τον Καύκασο
Από τα δέλτα του Δνείστερου και του Δνείπερου στην Αζωφική και στην Κασπία
Χάρτης 3.9

Η περιοχή αυτή έως το 1990 ανήκε στην Ε.Σ.Σ.Δ. αλλά στην ουσία συγκροτείτο από τις τρεις σημερινές χώρες, την Μολδαβία, Ουκρανία και Ρωσία που τότε ήταν συστατικές της Σοβιετικής Ένωσης.
Η αμπελοκαλλιέργεια στη Μολδαβία εκτείνεται διάσπαρτα στο συνολικό 10% της έκτασης της χώρας (77), κυρίως νότια αλλά και γύρω από την πρωτεύουσα Κισινιόφ που βρίσκεται στο ίδιο γεωγραφικό πλάτος με την Μπον στη Βουργουνδία.
Το 1944 αποσχίσθηκε από Ρουμανία και προσαρτήθηκε στη Ε.Σ.Σ.Δ.. Την περίοδο αυτή ήταν ο μεγαλύτερος προμηθευτής κρασιού της Σοβιετικής ένωσης. Το 1991 επανέκτησε την ανεξαρτησία της, οπότε άρχισε η διείσδυση ξένων οινικών συμφερόντων με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την προώθηση στις αγορές της Δύσης.
Οι καλλιεργούμενες ποικιλίες είναι οι γηγενείς λευκές Rkatsiteli, Feteasca και κόκκινη Saperavi, και οι διεθνείς Traminer, Pinot Noir, Malbec, Merlot, Cabernet Sauvignon. Οι τρεις τελευταίες αναμειγνύονται και δίνουν το καλό Romanetsi de Moldavia. Παρασκευάζεται και αφρώδες από Riesling, Chardonnay, Pinot Noir.
Στον πρώην “σιτοβολώνα της Σ.Ε” την Ουκρανία, στην αρχαιότητα οι Έλληνες άποικοι παρασκεύαζαν κρασί στη χερσόνησο της Κριμαίας (80) και κατά μήκος της νότιας παράκτιας της Μαύρης Θάλασσας περιοχή, της Χερσώνας (79).
Στις περιοχές αυτές αλλά και διάσπαρτα στην κοιλάδα του Δνείστερου (78) καλλιεργούνται και σήμερα οι κόκκινες ποικιλίες Rkatsiteli, Aligote, Cabernet Sauvignon, Saperavi, Riesling, Gewrz-traminer και παράγονται ξηρά λευκά και κόκκινα κρασιά αλλά και παραδοσιακά αφρώδη (50 εκ. φιάλες).
Εδώ και 2000 χρόνια παρασκευάζονται κρασιά στη Ρωσία και συγκεκριμένα στο νότιο τμήμα της χώρας, μεταξύ Μαύρης και Κασπίας, α) στις βορεινές πλαγιές του Καυκάσου (82) και β) στο Ροστόφ, στις εκβολές του π. Ντον (81).
Και εδώ καλλιεργούνται οι ποικιλίες της Ουκρανίας αλλά είναι πολύ διαδεδομένη και η καλλιέργεια του γηγενούς Rkatsiteli.
Σχεδόν το 80% παράγεται ακόμη από κρατικούς συνεταιρισμούς.
στ. Νότια των Άλπεων
Οι κοιλάδες των Πάδου, Αδίγη και Πιάβε
Χάρτης 3.10

Η Ιταλία είναι η παλαιότερη περιοχή παραγωγής κρασιού στη ζώνη όπου η αμπελοκαλλιέργεια ξεκίνησε από τους Ετρούσκους (μετανάστες της Τροίας) τον 8 π.Χ. αιώνα, ενώ στη Γαλλία ξεκίνησε τον 6 π.Χ. αιώνα, από τους Έλληνες αποίκους της Μασσαλίας.
Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έπαιξε το βασικό ρόλο στην εξάπλωση και ανάδειξη της αμπελοκαλλιέργειας και οινοπαραγωγής και γρήγορα κατάλαβε το επικερδές του εμπορίου του οίνου φθάνοντας να δίνει γη για αμπελοκαλλιέργεια σε διάφορες περιοχές της ζώνης ως bonus στους αποστράτους της.
Σήμερα στην Ιταλία, τη δεύτερη σε παραγωγή οίνου στον κόσμο, και οι 20 διοικητικές της περιφέρειες έχουν αναγνωρισμένες αμπελοοινικές περιοχές (βλέπει πίνακα) και βέβαια η κύρια παραγωγή συγκεντρώνεται α) στη κοιλάδα του Πάδου που αρδεύει τις περιφέρειες : Κοιλάδα της Αόστης (15), Πεδομόντιο (16), Λιγουρία (17), Λομβαρδία (18) Τρεντίνο (20), Άλτο Αντίτζε (19), Βένετο (21), Φρίουλι-Βενέτσια Τζιούλια (22), Εμίλια_Ρομάνα (εν μέρει, 23) και β) στο θαύμα της Τοσκάνης (24).
Οι κυρίαρχες ποικιλίες στην Ιταλία και ειδικά σ΄ αυτές τις περιφέρειες είναι οι κόκκινες :
- Nebbiolo : από την οποία παράγονται τα κρασιά του Piemonte, Barolo και Barbaresco, και το Valtellina στη Λομβαρδία.
- Sangiovese : από την οποία Chianti, Brunello και Vino Nobile αντίστοιχα από όλη την Τοσκάνη το Moltecino και το Montepulciano
- Barbeco : καλλιεργείται και αυτή στο Piemonte
και οι λευκές :
- Vernacia στο San Gimignano , Τοσκάνη
- Moscato Bianco για το Moscato d` Asti στο Piemonte
- Trebbiano σε Τοσκάνη και Βένετο


ζ. Συνοψίζοντας Ποικιλίες και Terroirs
Περιδιαβαίνοντας 15 χώρες, περιγράψαμε 82 αμπελοοινικές περιοχές και σε κάθε μία από αυτές, τις διεθνείς αλλά και τις γηγενείς ποικιλίες που καλλιεργούνται όπως φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Οι περιοχές αυτές, είναι το 50% του παγκόσμιου οινικού αμπελώνα και παράγουν το 60% του κρασιού που παράγεται παγκοσμίως.
Ειδικότερα στην Κεντρική Ευρώπη πρωταθλητής στην άσπρη ομάδα είναι το Riesling που καλλιεργείται σε 10 στις 14 χώρες, και στην κόκκινη το Cabernet Sauvignon, που καλλιεργείται σε 9 στις 14 χώρες.
Εκτός της Γαλλίας που ότι καλλιεργείται είναι και διεθνής ποικιλία και της Ιταλίας που καλλιεργεί όλες τις διεθνείς αλλά είναι φημισμένη για τα κρασιά της από τις γηγενείς ποικιλίες ή από ανάμειξη διεθνών και γηγενών (Super Tuscan`s), στις βόρειες περιοχές της ζώνης διακρίνουμε τα άσπρα κρασιά με έλλειψη σε Chardonnay και στις νότιες και ανατολικές τα κόκκινα αλλά ως επί το πλείστον από γηγενείς ποικιλίες, εφαρμόζοντας, ανάλογα με την “εξέλιξη” του κράτους, το παράδειγμα των Super Tuscan`s.
Τα κρασιά που παρασκευάζονται από τις 30 γηγενείς ποικιλίες ή χαρμάνι αυτών με διεθνείς, εκτός των χωρών της Γαλλίας, Ιταλίας, Γερμανίας, και παρουσιάζουν ενδιαφέρον είναι :
- Fendat (Λ), ποικιλία Chasselas, Βαλέ Ελβετίας
- Rivaner (Λ), ομώνυμη ποικιλία διασταύρωση Riesling και Gutedel, Σεγκόν και Βασερμπιλιγκ, Λουξεμβούργο
- Schilcher (Κ) Zweigelt και Blauer, περιοχή Στυρίας (Gratz) Αυστρία
- Egri Biakver (K, αίμα του ταύρου) Keltrancos -C.S – Merlot – Kekopurto, Eger Ουγγαρίας
- Tokai (Λ, γλυκό) Furunit και Harslevelu, Tokaji Ουγγαρίας
- Prokupac (Κ), ομώνυμη ποικιλία “Syrah Βελιγραδίου” Βελιγράδι Σερβία
- Melnik (K), ομώνυμη ποικιλία “Syrah Βουλγαρίας”, Nastruma (νότια της Σόφιας), Βουλγαρία
- Romanetsi de Moldavia (Κ) χαρμάνι Malbec – Merlot – C.S, Μολδαβία

Μάρτιος 2020






