Α. Η Αυστραλία, ένα νησί – ήπειρος του νοτίου ημισφαιρίου, με έκταση λίγο μικρότερη απ΄ την Ευρώπη, αποτελεί την “νέα γη” του σύγχρονου κόσμου μας.
Το δυτικό μισό της ηπείρου είναι ως επί το πλείστων άγονα πλατώματα, ράχες και αχανείς έρημοι. Το κεντρικό-ανατολικό τμήμα περιλαμβάνει χαμηλή γη με υδρογραφικό δίκτυο που απορρέει στη λίμνη Eyre, ενώ στα ανατολικά παράλια αναπτύσσεται το “μεγάλο διαχωριστικό φράγμα” με τον Ειρηνικό Ωκεανό, μια ζώνη από κορυφές, ράχες και πλατώματα που ξεκινούν από το Queensland και φθάνουν ως την Tasmania (βόρεια Αυστραλιανές Κορδελλιέρες και νότια οι Αυστραλιανές Άλπεις μεγ. υψ. 2230μ.)
“Πατήθηκε” από τους ευρωπαίους πριν περίπου 200 χρόνια. Τα σταδιακά μεταναστευτικά κύματα που έφθαναν με πλοία και κατοικούσαν τα παράλια, “περιόρισαν” τους αυτόχθονες Αβορίγινες στα εσωτερικά της ηπείρου, εκχέρσωσαν την βλάστηση σε παράλιες ζώνες στα νότια του νησιού – ηπείρου που ορίζονται μεταξύ των παραλλήλων των 37ο και 39ο, καλλιέργησαν τη γη με τις παραδοσιακές ευρωπαϊκές καλλιέργειες, εκμεταλλεύτηκαν κτηνοτροφικά την απεραντοσύνη της και εξόρυξαν τον ορυκτό πλούτο.


Τα αγαθά της “νέας γης” στέλνονταν και στέλνονται στον αναπτυγμένο κόσμο για να καλύψουν τις ατελείωτες ανάγκες του. Γενικά αποτελεί το reservoir του κόσμου μας και αυτό φαίνεται και σήμερα στις αρχές του 21ου αιώνα, που εκτονώνει τις πληθυσμιακές εκρήξεις της νοτιοανατολικής Ασίας, δημιουργώντας όμως νέες παραγωγικές αλλά και πολιτισμικές συνθήκες στα 20 εκ. κατοίκους της.
Το πλέον παραγωγικό και πράσινο τμήμα του νησιού – ηπείρου είναι το νοτιοανατολικό που ορίζεται από την νοητή ευθεία μεταξύ των πόλεων Αδελαΐδα και Σίδνεϋ, διασχίζεται από τους ποταμούς Murray και Darling που πηγάζουν στις δυτικές παρυφές του “μεγάλου διαχωριστικού φράγματος” και αφού συμβάλλουν, εκβάλλουν νότια πλησίον της Αδελαΐδας. Περιλαμβάνει τμήματα των πολιτειών της Νότιας Αυστραλίας, της Νέας Νότιας Ουαλίας και όλη την πολιτεία της Βικτώριας (με πρωτεύουσα την Μελβούρνη), συνολικής έκτασης πάνω από 500.000 km2 και πληθυσμού της τάξης των 12 εκ.
Ένα ταξίδι-γνωριμία με την Αυστραλία είναι μάλλον ταξίδι ζωής για τον μέσο Ευρωπαίο που σίγουρα θα έχει ένα συγγενή ή φίλο μετανάστη να τον φιλοξενήσει σε κάποια περιοχή της χώρας-ηπείρου.
Για τους Έλληνες μάλλον είναι δεδομένο ότι θα έχουν κέντρο τη Μελβούρνη (την 3η πόλη του Ελληνικού έθνους) και επομένως θα περιηγηθούν στο νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας.
Η περιήγηση της νοτιοανατολικής περιοχής μπορεί να έχει πολλούς στόχους και θεματικά ενδιαφέροντα αφού η πανίδα και η χλωρίδα είναι πλούσια, η πρωτογενής παραγωγή υψηλή και τεχνολογικά σύγχρονη, η ιστορία των κατοίκων και η πολυπολιτισμικότητα της διαβίωσής τους πρόσφατη και ζωντανή. Επιλέγοντας τους “δρόμους του κρασιού” ταξιδεύουμε και γνωρίζουμε την Ν.Α. Αυστραλία όπου καλλιεργούνται 1.600.000 στρ. αμπέλια και αναπτύσσεται έντονη οινοπαραγωγική δραστηριότητα, διαθέτοντας την συντριπτική πλειοψηφία των οινοπαραγωγών περιοχών της χώρας.
Ας ξεκινήσουμε λοιπόν με μια γενική αναφορά για την αμπελοκαλλιέργεια και την οινοπαραγωγή στην μακρινή Αυστραλία.
Στις Αρχές του 19ου αιώνα οι μετανάστες έφεραν μαζί τους και πρέμνα. Ιταλοί και Γερμανοί έφεραν και φύτεψαν κατ΄ αρχάς στις κοιλάδες της Ν.Α. Αυστραλίας τις κλασικές ευρωπαϊκές ποικιλίες. Αργότερα, όταν εγκαταστάθηκαν τα αρδευτικά δίκτυα, επέκτειναν την καλλιέργεια και στις αχανείς πεδινές περιοχές της ενδοχώρας.
Διατηρώντας επαφή με τις μητέρες πατρίδες πολύ γρήγορα εξύμνησαν τις δυνατότητες της νέας γης σε επαγγελματίες οινοποιούς και κάποιοι από αυτούς μετοίκησαν μετά τον α΄ παγκόσμιο πόλεμο στη Riverina και αλλού, και έτσι άρχισε η οργανωμένη παραγωγή κρασιού. Στόχος ήταν η εξαγωγή του κρασιού στη δύση αφού οι ποικιλίες που καλλιεργούνται ήταν ευρωπαϊκές και οι μέθοδοι οινοπαραγωγής ακολουθούσαν αυτές της δύσης.
Με το πέρασμα των χρόνων άρχισαν να ξεχωρίζουν οι δυναμικές περιοχές και σ΄ αυτές να αυξάνεται η οργάνωση της παραγωγής και τα κρασιά τους να αποκτούν ονομασίες προέλευσης. Οι ονομασίες αυτές έχουν σαν βάση την περιοχή όπου αποδίδουν καλύτερα κάποιες συγκεκριμένες ποικιλίες και όχι το αμπελοτόπι που, ως υποπεριοχή, μια συγκεκριμένη ποικιλία αποκτά ιδιαίτερη έκφραση. Πράγμα άλλωστε που δεν θα μπορούσε να γίνει σε τόσες νέες και μεγάλες αμπελουργικές ζώνες.
Σήμερα οι Wine Regions of Australia ανέρχονται σε 64 εκ των οποίων οι 53 στο ΝΑ τμήμα της, ενώ στο ταξιδιωτικό Explorer συμποσούνται σε 11 που παράγουν συνήθως και λευκά και κόκκινα κρασιά συγκεκριμένων ποικιλιών ή ποικιλιακών συνθέσεων.


Η παγκοσμιοποίηση του 21ου αιώνα ωθεί και άλλο την οινοπαραγωγή αφού πολυεθνικές αλυσίδες οινοποιών δημιουργούν μονάδες και στην Αυστραλία, με στόχο και στη νέα γη του νέου κόσμου να παράγονται ομοιόμορφα παγκοσμιοποιημένα κρασιά που θα καταναλώνονται σε όλον τον ανεπτυγμένο κόσμο.
Β. Η Οινική Περιπλάνηση στη Ν.Α. Αυστραλία μπορεί να οργανωθεί με πολλούς τρόπους και κατηγοριοποιήσεις. Αφού έχουμε ως πρώτο σταθμό και κέντρο την Μελβούρνη, οργανώνουμε τις περιηγήσεις μας κατ΄ αρχάς γύρω από αυτήν, στη συνέχεια ένα οδικό ταξίδι από τις αρχές του Murray River, στα βόρεια της Μελβούρνης, έως την πόλη της Αδελαϊδας με επιστροφή από τα νότια παράλια και τέλος αεροπορικώς στο Σίδνεϋ για ολιγοήμερη εξερεύνησή του.
Γύρω από την Melbourne
H Μελβούρνη είναι χτισμένη στο μυχό του Port Phillip Bay, ενός κλειστού κόλπου, βάθους (διείσδυσης) περίπου 70 km, στη συμβολή / εκβολή των μικρών ποταμών που αποχετεύουν την περιοχή.
Μεγαλύτερος από αυτούς είναι ο Yarra που έρχεται από τα δυτικά και που η κοιλάδα του είναι περιώνυμη στον κόσμο του κρασιού και επομένως θα είναι η πρώτη περιήγησή μας.
Οινικό αλλά και τουριστικό ενδιαφέρον έχει και ο κύκλος του Port Phillip Bay, δηλαδή ξεκινώντας από τα δυτικά να επισκεφθείς την οινοπαραγωγική περιοχή του Geelong, να περάσεις απέναντι με το μικρό πορθμείο στο Sorrento και στην οινοπαραγωγό χερσόνησο του Mornington και επιστρέφοντας από ανατολάς στην Melbourne να διασχίσεις τους δασώδεις λόφους του Dandenong.


1. Οδεύοντας 20 km ανατολικά της Melbourne συναντάς την Yarra Valley (WRA 61) με τις πόλεις Yarra Glen και Healesville.
Οι λόφοι της Yarra Valley είναι σπαρμένοι με αμπέλια από το 1800 και δημιουργούν ένα μαγευτικό τοπίο, ένα τοπίο από τα πιο γραφικά της Πολιτείας.
Το ψυχρό της κλίμα και η ποικιλομορφία του εδάφους είναι οι λόγοι για τους οποίους η Yarra Valley παράγει κρασιά με κομψότητα, μέτρο και ισορροπία. Τα Chardonnay, Pinot Noir και τα αφρώδη κρασιά κυριαρχούν αλλά το ρεπερτόριο περιλαμβάνει και εξαιρετικά παραδείγματα Shiraz, Riesling, Pinots Gris και Sauvignon Blanc.
Πρώτη επίσκεψη στο οινοποιείο Domaine Chanton, ξενάγηση στις κάβες και γεύμα, δεύτερη το απόγευμα, για καφέ, στο Yering Station.


2. Το επόμενο πρωί ξεκινάμε για το νοτιοδυτικό άκρο του Port Phillip Bay, όπου εκτείνεται η περιοχή του Geelong (WRA 60) που λόγω της πολυμορφίας του εδάφους και του ψυχρού κλίματός του, προσφέρει διακριτά και εξευγενισμένα κρασιά.
Κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών, το Geelong έχει βιώσει μια αναγέννηση καθώς οι οινοπαραγωγοί έχουν ανακαλύψει απ΄ την αρχή τα πλούσια εδάφη και το κλίμα που είναι ανάμεσα στο κλίμα των γαλλικών πόλεων του Μπορντώ και της Βουργουνδίας.
Στα ανατολικά βρίσκεται η χερσόνησος Bellarine με ένα παραθαλάσσιο κλίμα που ενδείκνυται στο να παράγει κρασιά με λεπτότητα ευρωπαϊκού στυλ. Στα βόρεια και δυτικά, οι κυματιστοί λόφοι, το ηφαιστειακό έδαφος και οι θερμοί άνεμοι, επηρεάζουν τη γεύση και τη δομή του κρασιού, κάνοντάς το πιο σκληρό.
Στην περιοχή κυριαρχεί η παραγωγή Chardonnay και Shiraz, αλλά και κάποια εξαιρετικά παραδείγματα Pinot Noir, Pinots Gris, Riesling και Sauvignon Blanc τραβούν επίσης την προσοχή.
Μέσα από τους αμπελώνες της περιοχής του Geelong καταλήγουμε στο Point Lonsdele όπου παίρνουμε το πορθμείο και περνάμε απέναντι στο Sorrento.


3. Συνεχίζουμε ανατολικά στην χερσόνησο Mornington και από την Dromana παίρνουμε την ανηφόρα και το Red Hill, το κέντρο της οινοπαραγωγικής περιοχής.
Περιτριγυρισμένη από θάλασσα, η Mornington Peninsula (WRA 62) έχει ένα μοναδικό παραθαλάσσιο κλίμα.
Η κυρίαρχη ποικιλία αυτής της σχετικά μικρής περιοχής είναι το Pinot Noir. Μικρές διαφορές στην επιφάνεια, στο ύψος και στα εδάφη συμβάλλουν στον ποικιλόμορφο χαρακτήρα των κρασιών της, κι έτσι αξίζει να αναζητηθούν και τα Chardonnay, Pinots Gris, Shiraz αλλά και τα Tempranillo.
Εδώ, το μεγαλείο των αρχοντικών που βρίσκονται στην κορυφή των βράχων σε συνδυασμό με τα καλά οινοποιία και τα εξαιρετικά εστιατόρια δημιουργούν την αίσθηση επαρχιακής Ευρώπης.
Επίσκεψη στο οινοποιείο Paringa Estate και ακολούθως κατηφορίζοντας βόρεια και ανατολικά παίρνουμε το δρόμο για το Dandenong και μετά από 15 km απολαμβάνουμε τον απογευματινό μας καφέ, μέσα σε ένα εκπληκτικό περιβάλλον.


Murray River – Adelaide
Οι Αυστραλιανές Άλπεις στα ανατολικά και οι λόφοι της Αδελαΐδας στα δυτικά, οριοθετούν μια μεγάλη λεκάνη που διασχίζεται και διαμορφώνεται από το υδρογραφικό δίκτυο του ποταμού Murray, του μεγαλύτερου σε μήκος ποταμού της Αυστραλίας.
Εδώ πρέπει να σημειωθεί πως η καλλιέργεια κρασοστάφυλλων τόσο στην Ευρώπη όσο και στο νέο κόσμο γίνεται συνήθως σε κοιλάδες που διαμορφώνουν τα υδρογραφικά “κλαδιά” μεγάλων ποταμών στις εύκρατες ζώνες του πλανήτη. Το προσχωσιγενές του εδάφους αυτών των περιοχών, το μέσο υψόμετρο, οι φυσικές συνθήκες στράγγισης, αλλά και το μικροκλίμα που δημιουργείται από τις αέριες οδούς υπεράνω της ροής του υδρογραφικού δικτύου, φαίνεται να είναι οι παράμετροι της επιτυχούς αμπελοκαλλιέργειας, με διαφοροποιήσεις στα συστατικά του σταφυλιού που τελικά εξελίσσονται στις ιδιαιτερότητες του κάθε κρασιού.
Έτσι στις κοιλάδες του Murray και των παραποτάμων του ήταν φυσικό να αναπτυχθεί από τους ευρωπαίους αποίκους, η αμπελοκαλλιέργεια και η οινοπαραγωγή. Το ενδιαφέρον όμως είναι ότι έδωσε και εξαιρετικά αποτελέσματα. Αποτελέσματα που έφεραν την Αυστραλία στη 3η οινοπαραγωγό θέση του κόσμου με λιγότερο από 200 χρόνια παραγωγικής ιστορίας.

4. Ξεκινώντας από την Melbourne, 180 km προς τα βόρεια, συναντάμε την κοιλάδα του παραπόταμου Goulburn (WRA 45).
Αυτή η ποικιλόμορφη περιοχή περιλαμβάνει μια από τις νεότερες υποπεριοχές της Victoria, τις Λίμνες Nagambie, και κάποια από τα παλαιότερα αμπέλια της χώρας.
Η αφθονία των λιμνών και των ρεμάτων, σε συνδυασμό με το θερμό κλίμα, δημιούργησαν μια πλούσια ιστορία ποταμών και κρασιού από το 1860. Ο αμπελώνας και το οινοποιείο Tahbilk, ένα από τα παλιότερα στη χώρα, καινοτόμησε στη σχέση της περιοχής με τις ποικιλίες Rhone όπως με τα Marsanne, Shiraz και Rousanne. Το κολακευτικά πλούσιο Chardonnay είναι επίσης μια δύναμη της περιοχής.
Η μικρή πόλη Nagambie είναι το κέντρο οινοπαραγωγής με 7 από τα 12 οινοποιεία της κοιλάδας, ενώ βορειότερα το Shepparton είναι το κέντρο της όλης περιοχής και αποτελεί τον λαχανόκηπο της Melbourne.
Επισκεπτόμεθα ένα συσκευαστήριο φρούτων και δοκιμάζουμε φρούτα με κρασί της περιοχής.
5. Συνεχίζουμε βόρεια, διασχίζουμε τον Murray στο Tourwal και μπαίνουμε στην περιοχή της Riverina (WRA 35), που παράγει το μεγαλύτερο μέρος σταφυλιού στη Νέα Νότια Ουαλία και είναι η κινητήριος δύναμη της οινικής παραγωγής.
Παράγονται με συνέπεια μεγάλες ποσότητες τεχνικά άρτιου βιομηχανικού κρασιού, και αν και η περιοχή είναι περισσότερο γνωστή για το χύμα κρασί της, μερικά οινοποιεία έχουν εξαιρετικά κρασιά με καλύτερο το γλυκό κρασί επιδορπίων, το Botrytis Semillon, που παράγεται από πλήθος παραγωγών, ιδιαίτερα όμως από τον De Bortoli.
Ο πρώτος παραγωγός, ο McWilliams, έφτιαξε τον αμπελώνα του στο Hanwood το 1912 και μέχρι το 1917, δημιούργησε και το οινοποιείο του. Μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο μετανάστευσαν στην περιοχή πολλοί Ιταλοί. Αυτοί και οι απόγονοί τους έφτιαξαν μερικά από τα μεγαλύτερα και τα πιο γνωστά οινοποιεία στη χώρα.
Πολλές ποικιλίες παράγονται στο Wiradjuri (Riverina) συμπεριλαμβανομένων των Chardonnay, Chenin Blanc, Gewurztraminer, Marsanne, Semillon, Verdelho και Cabernet Sauvignon, Merlot, Pinot Noir και Shiraz.
Επισκεπτόμαστε τα οινοποιεία De Bortoli και Mc Williams και κοιμόμαστε στο Griffith.


6. Μετά από μία πρωινή περιήγηση στο Griffith, οδεύουμε ανατολικά, ακολουθώντας τον Murraybidgee και στην συμβολή του με τον Murray μπαίνουμε στην περιοχή Murray Darling (WRA 43).
Η περιοχή αυτή ήταν έρημος μέχρι τα τέλη του 1800 και μεταμορφώθηκε από τα αρδευτικά έργα. Καθώς η ξηρασία αποτελεί πρόκληση, οι οινοπαραγωγοί προσαρμόζονται και παράγουν κρασιά εναλλακτικά και με δυνατή/έντονη γεύση.
Τα πρώτα αμπέλια φυτεύτηκαν εδώ το 1888. Η Mildura είναι γνωστή για τα βραβευμένα της κρασιά και για τις ευρέως φάσματος ποικιλίες που παράγει, συμπεριλαμβανομένων των κρασιών σε οικονομικές τιμές. Συγκεκριμένα, στην περιοχή παράγονται Chardonnay, Shiraz, Cabernet Sauvignon, Merlot αλλά και γίνονται προσπάθειες παραγωγής Petit Verdot, Sangiovese, Viognier και Pinot Gris οι οποίες ισχυροποιούνται χρόνο με το χρόνο.
Επισκεπτόμαστε το οινοποιείο Trentham Estate, εγκατεστημένο επί της όχθης του Murray και κοιμόμαστε στην Mildura.

7. Το επόμενο πρωί επισκεπτόμαστε την συμβολή του Darling με τον Murrey και εν συνεχεία ακολουθώντας προς ανατολάς τον Murray μπαίνουμε στην περιοχή του Riverland (WRA 14).
H Riverland, μια περιοχή με μορφολογικές – κλιματολογικές συνθήκες και ιστορία αντίστοιχη του Murray Darling, διακρίνεται για τον υγροτοπικό της χαρακτήρα και την ένταση της αμπελοκαλλιέργειάς της. Το οινικό ενδιαφέρον της περιοχής εστιάζεται στον συνεταιριστικό τρόπο παραγωγής και διάθεσης του κρασιού της.
Το 1981, δύο οινικοί συνεταιρισμοί του Riverland (Berri & Benmano) συγχωνεύτηκαν στο CCW με στόχο τη διάθεση από τα μέλη τους συμφωνημένων ποσοτήτων σταφυλιών σε προκαθορισμένες τιμές.
Το 1989 δημιουργήθηκε η εμπορική Constellation Wine Australia “CWAU” (ο αστερισμός των κρασιών της Αυστραλίας) μέλος του International Wine Investment Fund, ώστε να προωθήσει τις πωλήσεις αλλά και να αντλήσει κεφάλαια για την κάλυψη των επενδυτικών και λειτουργικών αναγκών. Αποτέλεσμα αυτών των ενεργειών είναι ότι σήμερα ο οργανισμός παραλαμβάνει από τα μέλη του προς επεξεργασία και προώθηση 200.000 τόνους σταφυλιών. Η οινοποίηση του προϊόντος αυτού γίνεται στο οινοποιείο στο Berri, ένα οινοποιείο που σε μέγεθος και διάταξη θυμίζει διυλιστήριο.
Την εποχή της επίσκεψής μας (Φεβρουάριος) η παραγωγική διαδικασία των άσπρων ήταν στην κορύφωσή της. Μηχανικοί τρυγητές στις ατελείωτες αμπελοσειρές “έπαιρναν” τις ρώγες των σταφυλιών και τις μετέφεραν σε πλαστικούς ορθογώνιους κάδους. Πελώριοι τράκτορες μετέφεραν τους κάδους αυτούς στο οινοποιείο, όπου με γερανογέφυρα άδειαζαν στη σταφυλοδόχο και από εκεί, με ταινιόδρομους και κοχλίες, πήγαιναν σε αμέτρητα πιεστήρια, όλα ηλεκτρονικά ρυθμιζόμενα. Το γλεύκος οδηγείτο με εναέριες σωληνώσεις σε δεξαμενές διαστάσεων παρόμοιες με αυτές του πετρελαίου, ενώ τα στέμφυλα φορτώνονταν (με φορτωτές) σε μεγάλα φορτηγά.
Η όλη διαδικασία ολοκληρώνεται με οικολογική διάθεση των 200εκ. λίτρων αποβλήτων (1 κιλό σταφύλι 1 λίτρο απόβλητα) σε άρδευση 180 στρ. με 40.000 ευκαλύπτους.


8. Εγκαταλείπουμε τον Murray και συνεχίζουμε προς ανατολάς. Αφού διασχίσουμε τους λόφους του Mt Lofty Ra μπαίνουμε στην κοιλάδα του ποταμού Para, στην περιοχή Barossa (WRA 12).
Με μια πλούσια ιστορία που χρονολογείται από το 1842, και με βαθιά και μοναδική Σιλισιακή (Γερμανική) επιρροή, η Barossa είναι η πιο διάσημη οινική περιοχή της Αυστραλίας. Καμιά άλλη περιοχή στην Αυστραλία δεν μπορεί να καυχηθεί για μια τόσο ισχυρή κληρονομιά, βασισμένη σε κάποια από τα καλύτερα ονόματα οινοπαραγωγών, με μεγάλη ποικιλία αιωνόβιων κρασιών και ιστορικών οινοποιείων. Σήμερα έχει περίπου 500 οικογένειες αμπελουργών πολλοί εκ των οποίων είναι 6ης γενιάς, και περίπου 120 εταιρείες κρασιού με περισσότερα από 60 κελάρια.
Η Barossa Valley παράγει κρασιά που είναι απαλά, καλά στρογγυλεμένα και με ποικίλη γεύση. Το κρασί-ναυαρχίδα της περιοχής είναι το πλούσιο Shiraz που παράγεται από μερικά από τα παλιότερα Shiraz αμπέλια στον κόσμο. Είναι ένα από τα κρασιά που καθορίζουν την εμπειρία της επίσκεψης στην Barossa.
Το Grenache είναι η δεύτερη σε παραγωγή ποικιλία της περιοχής η οποία προκύπτει από άνυδρα αμπέλια. Τα εδάφη και το κλίμα της Barossa Valley παράγουν ώριμο, με πλούσια γεύση Cabernet ενώ το Cabernet από τη γειτονική, ψυχρού κλίματος Eden Valley είναι πιο κομψό και αυστηρό.
Η Barossa έχει ερωτική σχέση μεγάλης διάρκειας και με το Semillon, που αποτελεί την κύρια ποικιλία λευκού κρασιού, ενώ υπάρχουν και αμπέλια Riesling και Chardonnay. Το ψυχρό κλίμα της Eden Valley, στις κορυφές της Barossa παράγει πιο λεπτές και πιο σύνθετες γεύσεις, με το Riesling της να αναγνωρίζεται ως μια κλασσική αξία της Αυστραλίας.
Υπάρχουν επίσης εμπλουτισμένα κρασιά. Η Barossa Valley είναι ιδιαιτέρως γνωστή για τα ports, muscats και tokays, τα εμπλουτισμένα γλυκά λευκά κρασιά και τα κρασιά επιδορπίου.
Στη πόλη Nuriootpa επισκεπτόμεθα τα οινοποιεία Penfolds και Wolf Blass Wines, στο γραφικό Tanunda πίνουμε “ιταλικό” καφέ και τέλος φθάνουμε στην Adelaide όπου και διανυκτερεύουμε.


9. Πρωινό στο λιμάνι της Adelaide και άμεση αναχώρηση αφού το ταξίδι ως την Melbourne είναι μακρύ και κουραστικό. Μοναδικός σταθμός το Ararat (μεταξύ Horsham και Ballarat) στην οινοπαραγωγό περιοχή Grampians (WRA 58).
Οι μακρινοί ορίζοντες και τα απόκρημνα μέρη της Grampians είναι το δραματικό σκηνικό αυτής της ψυχρής, ξηρής περιοχής όπου η άφθονη ηλιοφάνεια παράγει διακριτό Shiraz με πιπεράτη και πικάντικη γεύση και υπέροχο τραγανό Riesling. Είναι γνωστή ως η γενέτειρα των Αυστραλέζικων αφρωδών κρασιών, αλλά παράγει επίσης Chardonnay, Pinot Noir, Pinot Gris και Sauvignon Blanc.
Επίσκεψη στο ξακουστό για τα αφρώδη κρασιά του οινοποιείο Seppelt Great Western με τα τρία (3) km υπόγειων στοών για την ωρίμανση των αφρωδών οίνων, χωρίς όμως καμιά γευστική δοκιμή, παρά μόνο αγορά ενός Show Sparking Shiraz, που ήπιαμε χαλαρώνοντας και γιορτάζοντας το τέλος της περιπλάνησης μόλις φτάσαμε στην Melbourne.

Sydney
Η πρωτεύουσα της Νέας Νότιας Ουαλίας και μεγαλύτερη πόλη της Αυστραλίας, είναι μια “Ευρωπαϊκή” πόλη, κάτι αντίστοιχο του Amsterdam.
Κτισμένη στο μέσον του κόλπου Πορτ Τζάκσον στις εκβολές του ποταμού Parramatta, είναι ένα από τα καλύτερα φυσικά λιμάνια του πλανήτη με επιμέρους κολπίσκους και ακρωτήρια που διασυνδέονται με γέφυρες και πλωτή συγκοινωνία. Στον πιο προστατευμένο κολπίσκο του, το Σίδνεϋ Κόουβ, ο Άγγλος πλοίαρχος Τζέιμς Κουκ, το 1788 απεβίβασε 1485 κατάδικους, φρουρούς και αξιωματικούς για να “εκτονωθούν” οι αγγλικές φυλακές που ήταν υπερπλήρεις, και έτσι άρχισε ο εποικισμός της χώρας.
Από το σημείο αυτό (κυκλική αποβάθρα), που στο ανατολικό ακρωτήρι του βρίσκεται και η Όπερα, το έμβλημα της πόλης, αρχίζει και η τουριστική περιήγηση.


Με καραβάκι στο λιμάνι του Darling, επίσκεψη στο Ενυδρείο και στο Εθνικό Ναυτικό Μουσείο, γεύμα στις αποβάθρες και επιστροφή με τα πόδια μέσω του Κέντρου του Σίδνεϋ. Φωτογραφίες στο κτίριο της Βασίλισσας Βικτωρίας, καφέ στον Πύργο του Σίδνεϋ και ψώνια στις περιβάλλουσες στοές και δρόμους.
Το επόμενο πρωί βόλτα στα σοκάκια του Ροκς όπου το 1788 οι άποικοι κατασκεύασαν πρόχειρα κτίσματα ενώ οι κατάδικοι προσπαθούσαν να ανοίξουν τους πρώτους δρόμους. Ανέβασμα στον Πύργο της κρεμαστής γέφυρας, επίσκεψη στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, ψώνια και φαΐ στη γραφική George Street. Το απόγευμα περίπατος και χάζι στους σέρφερς του Μπόντι Bay, γεύμα στη θάλασσα και επιστροφή για την βραδινή ζωή της George Street.


Το Μάνλι βρίσκεται στη Βόρεια πλευρά της εισόδου του Πορτ Τζάκσον και είναι μια μικρή κλασική ημερήσια εκδρομή στη φύση του Σίδνεϋ. Το καραβάκι σ΄ αφήνει στο εσωτερικό του κόλπου αλλά με τα πόδια από τη Corso, περνάς τη στενή λωρίδα γης και βρίσκεσαι στην παραλία του Ειρηνικού.
Μπάνιο, επίσκεψη στο Ιεροδιδασκαλείο του Αγ. Πατρικίου, φαΐ στην αποβάθρα και επιστροφή με το καραβάκι στην κυκλική αποβάθρα, για ένα ακόμη ποτήρι αφρώδους κρασιού στη βραδινή Όπερα.
Και η οινική εξερεύνηση του Sydney;
10. Βορειοανατολικά του Sydney και σε απόσταση περίπου 120 km συναντάς τον ποταμό Hunter που εκβάλει στον μυχό του κόλπου του Newcastle. Ανάντη της εκβολής, περίπου στα 20km, ο ποταμός και οι παραπόταμοί του δημιουργούν την Hunter Valley (WRA 31) τη διάσημη οινοπαραγωγό περιοχή της πολιτείας.
Μερικοί απ΄ τους πρώτους αμπελώνες της Αυστραλίας φυτεύτηκαν εδώ περί το 1830. Σταδιακά ευδοκίμησαν και έτσι στη δεκαετία του 1970 η κοιλάδα καταλαμβάνει την πρώτη θέση στην παραγωγή επιτραπέζιου οίνου στη χώρα.
Οι προσωπικότητες που δημιούργησαν το ύφος και την ποιότητα της οινοπαραγωγής της ξεκινούν απ΄ τον δρ. Χενρι Τζον Λίντεμαν που το 1842 παραιτήθηκε από το Ναυτικό για να ασχοληθεί με την οινοπαραγωγή, τον Λεν Ιβενς, συγγραφέα και μπον-βιβέρ, ιδρυτή του κτήματος Rothbury και τον Μαξ Λέϊκ, χειρουργό από το Σίδνεϋ (Lake΄s Folly).
Οι ποικιλίες που διακρίνονται εδώ είναι Chardonnay και Semillon στα λευκά και Pinot Noir και Shiraz στα κόκκινα. Οινοποιούνται από περίπου 50 μεγάλα και μικρά οινοποιεία και παράγουν εκλεκτά κρασιά με διακριτό το διπικοιλιακό Semillon-Chardo-nnay του Rosemount Estate.
Άφιξη στο Σέσνοκ, καφές και “αυτοκινητάδα” στους αμπελώνες του Φέροτ Κρικ (Broke Road). Επίσκεψη στα κτήματα Rothburg και Lindemans και επιστροφή μέσω Γουόλομπι, στο Σίδνεϋ.

Γ. Η περιπλάνηση στους “δρόμους του κρασιού” μιας χώρας, ο οινοτουρισμός όπως λέγεται, σου δίνει τη δυνατότητα να γνωρίσεις τα τοπία, τους ανθρώπους και τον πολιτισμό της αλλά βεβαίως αφήνει και μια υποκειμενική ανάμνηση για το προϊόν, το κρασί, που ήταν το όχημα με το οποίο περιπλανήθηκες. Δύο είναι λοιπόν τα θέματα που μπορείς να σχολιάσεις φεύγοντας : την οργάνωση της διαδικασίας, δηλαδή τον τρόπο και το μέγεθος ανάπτυξης του οινοτουρισμού, και το αν και ποιο κρασί έμεινε, για όποιους λόγους στη μνήμη σου.
Ο οινοτουρισμός στην Αυστραλία βρίσκεται σε μεγάλη ανάπτυξη και είναι συνισταμένη της βιομηχανίας του τουρισμού. Και αυτό, όχι γιατί όπως κάποιος “αφελής” θα έλεγε “αφού δεν έχουν κάτι άλλο να δείξουν”, αλλά γιατί είναι καλά οργανωμένος και ενταγμένος μέσα στον οικοτουρισμό και στις “διαδραστικές” διακοπές που έχουν ανάγκη οι άνθρωποι των πόλεων.
Με ενημερωτικές και διαφημιστικές καμπάνιες από την κάθε πολιτεία αλλά και τον κάθε δήμο που βρίσκεται σε κάθε σημείο τουριστικής πληροφόρησης, με οργανωμένες περιηγήσεις και εκδρομές που προσφέρονται σ΄ όλα τα καταλύματα και συνδυάζουν και γευσιγνωσίες τοπικών εδεσμάτων και με άπειρα cellar`s door που λειτουργούν άψογα, όλα κατά τον αγγλικό τρόπο, αλλά …… το υπερμέγεθος και το ενιαίο είναι αυτό που δίνει ένα “φτιαχτό” βιομηχανικό ύφος, τόσο ξένο για μας, τόσο διαφορετικό από το ζωντανό και με ιδιαιτερότητες ύφος του οινοτουρισμού της Τοσκάνης.
Όσον αφορά τώρα το προϊόν, το κρασί της νέας γης, αυτό που κρατάμε σαν “καλή” ανάμνηση από τις περιοχές που περιηγηθήκαμε είναι :
Στην περιοχή γύρω από τη Μελβούρνη το Pinot Noir έκλεψε την παράσταση. Με υψηλή οξύτητα και ώριμα αρώματα, το κρασί που “φέρνει” στο ελληνικό ξινόμαυρο, είχε μια “ευρωπαϊκή” λεπτότητα στο στόμα που σου επέτρεπε να το απολαύσεις στα παραθαλάσσια δείπνα. Το Chardonnay, επίσης εκλεπτυσμένο αλλά και πλούσιο στο στόμα, είναι μια ακόμη καλή ανάμνηση από την περιοχή.
Στη Riverina, όπου παράγονται όλα τα κρασιά, εστιάσαμε στο Semillon της ερήμου, ένα “άνυδρο” κρασί, με σκληρό στόμα αλλά ευχάριστη επίγευση και βέβαια το Botrytis Semillon, ένα πολύ δυνατό παλαιωμένο γλυκό κρασί που λόγω της ποικιλιακής του βάσης, “φέρνει” και σε brandy, και τα δύο εξαιρετικές δημιουργίες του De Bortoli.
Στη Barossa το Shiraz βρίσκει την πραγματική Αυστραλέζικη έκφραση του. Πολύ πιο πλούσιο από το ευρωπαϊκό, αλλά εξίσου απαλό, καλά στρογγυλεμένο από επιτυχημένη παλαίωση, δίνει επίγευση που μπορεί να σηματοδοτήσει την προέλευσή του. Η καλύτερη έκφρασή του ήταν και για μας οι δημιουργίες του “βιομηχανικού” Penfolds της δεκαετίας του `80. Του ίδιου ήταν επίσης εξαιρετικό και το Cabernet Shiraz, με σαφή διάκριση των γνωστών και στην Ελλάδα χαρακτηριστικών του Cabernet αλλά με στόμα πλουσιότερο του Cabernet και λιγότερο λιπαρό από το Shiraz.
Στη Hunter Valley στο Σίδνεϋ, μεταξύ των αξιόλογων Chardonnay και Semillon αλλά και Pinot Noir και Shiraz, διακρίναμε το Chardonnay με τη διεθνή χαρακτηριστική μύτη του και με ιδιαίτερο κομψό στόμα αλλά η ανάμνηση του Semillon Chardonnay του Rosemount Estate ξεχωρίζει αφού “φέρνει” στο εξευγενισμένο χαρμάνι ελληνικών άσπρων με “λίγο” Chardonnay, χαρμάνια που επιτυγχάνουν όπως το Semillon Chardonnay, την φρεσκάδα της πλειοψηφίας και την δομή της μειοψηφίας.
Ιδιαίτερη έκπληξη όμως ή καλύτερα αυτό που ανακαλύψαμε στη νέα γη ήταν τα αφρώδη κρασιά που μας έκαναν να αλλάξουμε την “ελληνική”, εορταστικής απόχρωσης, γνώμη γι΄ αυτά και να τα εντάξουμε στις καθημερινές μας απολαύσεις.
Η παραγωγή των αφρωδών στην Αυστραλία ξεκινά περί το 1890 όταν προσλαμβάνεται από τον οινοποιό Seppelt στο Grampians, γάλλος οινολόγος από την Καμπανία και γιγαντώνεται όταν η γαλλική Möet Chandon φτιάχνει οινοποιεία στο νέο κόσμο και από το 1960 και στην Αυστραλία όπου εγκαθίσταται στη Yarra Valley και αναγνωρίζοντας “καμπανικές” εδαφολογικές και κλιματολογικές συνθήκες για καλλιέργεια Chardonnay, Pinot Noir και Pinot Meunieur (ποικιλίες γαλλικής σαμπάνιας), πειραματίζεται και από το 1986 λειτουργεί το οινοποιείο Domaine Chandon.
Το ξηρό αφρώδες της Domaine Chandon είναι ένα εξαιρετικό δείγμα της κλασσικής γαλλικής σαμπάνιας, ενώ το Show Sparking Shiraz (με βασική ποικιλία το Shiraz) του Seppelt μια επιτυχημένη αντιστοίχιση στο παραδοσιακό αυστραλέζικο αφρώδες.


Φεβρουάριος 2010






