Οι Ετρούσκοι από την Μικρά Ασία αποίκησαν την σημερινή περιοχή της Τοσκάνης τον 8ο π.Χ. αιώνα και έφεραν μαζί τους την τέχνη της γεωργίας (αποστραγγιστικά έργα, καλλιέργειες, φυτά και δένδρα όπως το κλίμα canaiolo, τα κυπαρίσσια, κλπ). Είχαν εμπορικές συναλλαγές με τους Έλληνες που αποικούσαν την Ν. Ιταλία και εξ αυτού υιοθέτησαν ως γλώσσα και την ελληνική.
Τον 3ο π.Χ. αιώνα καταλύθηκε από τους Ρωμαίους η ομοσπονδία των 12 πόλεων που είχαν συστήσει στους λόφους της περιοχής (με κέντρο τη σημερινή Siena χωρίς να περιλαμβάνει την Φλωρεντία) και άρχισε η δημιουργία των ρωμαϊκών πόλεων – στρατοπέδων. Οι πρώτοι βασιλιάδες όμως της Ρώμης, οι Τάρκιν, στην πραγματικότητα ήταν Ετρούσκοι.
Έτσι στο μεγαλύτερο, και αμερικανικών συμφερόντων, οινοποιείο της περιοχής της Τοσκάνης, στο Castello Banfi (12 εκατ. φιάλες), η παρουσίαση της παραγωγικής διαδικασίας αρχίζει με το ερώτημα : πως οι Ετρούσκοι τότε και πως εμείς σήμερα, 2.500 χρόνια μετά, φτιάχνουμε το κρασί μας;
Αρχίζοντας από τον τόπο θα λέγαμε ότι η αρχαία Ετρουρία και σημερινή Τοσκάνη είναι μια λοφώδης καταπράσινη περιοχή στην Κεντρική Ιταλία, που ξεκινά από τα δυτικά παράλια και οριοθετείται στις πλαγιές των Απεννίνων.
Οι καλλιέργειες των αμπελώνων, των ελιών και των καρποφόρων δένδρων εναλλάσσονται, υπό μορφή παζλ, με τις δασικές εκτάσεις χωρίς να υπάρχει ούτε ένα εκτάριο “άγριας εγκαταλελειμμένης βλάστησης”.


Φυσικές λίμνες και λιμνοδεξαμενές ομβρίων, προβάλουν τον απαραίτητο γαλάζιο καθρέπτη του ουρανού. Η ανθρώπινη παρέμβαση είναι παντού διακριτή αλλά πουθενά αδιάκριτη. Φιδίσιοι δρόμοι, πολύ καλά συντηρημένοι και σηματοδοτημένοι, διασχίζουν την ύπαιθρο και σε οδηγούν από χωριό σε χωριό χωρίς να συναντάς μικτές χρήσεις εμπορίου ή βιομηχανίας παρά μόνο μικρά castella (πυργόσπιτα) με τα υποστατικά τους, πάντα στη κορφή μικρών ή μεγάλων λόφων.
Στις εκτάσεις αυτές καλλιεργούνται διάφορες ποικιλίες σταφυλιών αλλά κυρίως η ποικιλία Sangiovese που πρωτοεμφανίζεται το 1500 μ.Χ. στην περιοχή της Τοσκάνης και σήμερα βρίσκεται στην κορυφή της ποιοτικής ιεραρχίας των οινοποιήσιμων σταφυλιών της Ευρώπης για την παραγωγή κόκκινων κρασιών.
Καλλιεργείται σε λοφώδεις εκτάσεις 900.000 στρ., με έδαφος βασικά αργιλικό και υψόμετρο από 200 – 700 μ. Τα φυτά αναπτύσσονται γραμμικά σε μονόπλευρο κορδόνι (4 έως 6 κλιματίδες) και φυτεύονται σε κοντινές αποστάσεις (≈ 1μ) για να “ξεσυνερίζονται το ένα τ΄άλλο”. Κατά την οινοποίηση γενικώς απαιτείται μεγάλη περίοδος ωρίμανσης.


Οι περιοχές των οίνων της ποικιλίας αυτής με Ο.Π.ΑΠ είναι :
1. Chianti classico (gallo nero*): Η περιοχή Chianti παράγει 8 τύπους κρασιών ένας από τους οποίους είναι το Chianti Classico. Τμήμα λοιπόν της ευρύτερης περιοχής Chianti με ιδιαίτερο “έδαφος” οριοθετεί την περιοχή Classico όπου το sangiovese καλλιεργείται σε 70.000 στρ. Περίπου 100 μεγάλα και μικρά οινοποιεία με αγροτουριστική ανάπτυξη παράγουν το Chianti Classico από 100% sangiovese έως 75% και μέχρι 25% και Canaiolo, Colorino, Malvasia Nera ή συνδυασμός αυτών.
2. Brunello di Moltacino : To sangiovese (κλώνος grosso) σ΄ όλο του το μεγαλείο. Περίπου 200 μικρά και μεγάλα οινοποιεία βγάζουν Brunello (4 χρόνια ωρίμανσης και 5 τα Riserve) με 100% Sangiovese ή Roso di Montacino δηλαδή Sangiovese με άλλες γηγενείς ποικιλίες.
3. Vino Nobile di Montepulciano : Πιο ψηλά από την περιοχή του Moltacino και με μικρότερη έκταση παραγωγής το Sangiovese grosso κατά 100% δίνει το Vino Nobile di Montepulciano, πιο τραχύ και λιγότερο εξευγενισμένο.
Εκτός από τις περιοχές ΟΠΑΠ του Sangiovese στην περιοχή της Τοσκάνης έχουμε μια ακόμη περιοχή οίνων ΟΠΑΠ.
4. Vernaccia di San Giminiano : Η ποικιλία Vernaccia που καλλιεργείται εδώ δίνει το “άσπρο χρυσό της Τοσκάνης”. Με ή χωρίς πέρασμα από βαρέλι και από 100% Vernaccia έως 95% και 5% Chadornay
Πέραν των περιοχών αυτών και στην παραθαλάσσια ζώνη (Bolgheri έως Marrema) καλλιεργούνται διεθνείς και γηγενείς ποικιλίες και παράγονται εξαιρετικοί τύποι κρασιών “διεθνών” προδιαγραφών με ανάμειξη αυτών.

Τα βασικά λοιπόν (κόκκινα) κρασιά της περιοχής, διακρίνονται στα κυρίως γηγενή με τις ποικιλίες Sangiovese και Canaiolo και στα Super Toscans δηλαδή ανάμειξη των γηγενών και των “διεθνών” Γαλλικών Cabernet – Merlot – Syrah. Παρασκευάζονται σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα αλλά και με χρώμα παράδοσης και καινοτόμες τεχνολογίες, δηλαδή :
Ο τρύγος γίνεται στα μέσα Αυγούστου με τέλος Σεπτεμβρίου. διαλογή και εκραγισμός.

*Gallo nero (μαύρος κόκορας) είναι το σήμα κατατεθέν του Chianti classico με στόχο να αποκτήσει την διεθνή αναγνωρισιμότητα του πράσινου κροκοδείλου (φίρμα Lacoste)
Ζυμώνονται σε inox ή inox και ξύλο δεξαμενή για 10–20 μέρες σε θερμοκρασία 280 – 310 C. Στη συνέχεια μεταγγίζονται για αποζύμωση (το διάστημα ποικίλει ανά χρόνο) σε inox δεξαμενή μεγάλου όγκου.
Διαυγάζουν σε inox δεξαμενές σε περιβάλλον αζώτου (V=10-50m3), ώστε κατά την μετάγγιση σε βαρέλια αυτά να τροφοδοτούνται απ΄ όλες τις δεξαμενές
Η συνολική ποσότητα της ετήσιας παραγωγής ωριμάζει κατά το ήμισυ σε μεγάλα τοσκανικά βαρέλια (V=2-5m3) και κατά το ήμισυ σε γαλλικά βαρέλια (V= 225-300lt). Στα τοσκανικά, αν το κρασί παραμένει 18 μήνες, τότε 6 μήνες σε παλαιά (5ετίας), 6 μήνες σε μεσαία και 6 μήνες σε νέα με διαδοχικές μεταγγίσεις.
Στα γαλλικά όλο το διάστημα στο ίδιο βαρέλι που αντίστοιχα κατά το 1/3 στο σύνολο ανήκει σε παλαιά – μεσαία – νέα. Πριν την εμφιάλωση τελική ομογενοποίηση. Τα κελάρια ωρίμανσης είναι συνήθως υπόγεια με ποσοστό υγρασίας περίπου 70%.
Η παλαίωση γίνεται σε φιάλες εντός κιβωτίων σε ξεχωριστούς χώρους που ανάλογα με τις τοπικές συνθήκες είναι ή όχι κλιματιζόμενοι.


Τέλος, η μεγάλη δύναμη του κρασιού της Τοσκάνης είναι η διάθεσή του μέσα στην ίδια την περιοχή που υποδέχεται εκατομμύρια επισκέπτες κάθε χρόνο (και όλες τις εποχές) και επομένως αποτελεί και το καλύτερο “προμοτάρισμα” του τοσκανικού κρασιού ανά τον κόσμο, πέρα και πάνω από τα δίκτυα πωλήσεων και ΜΜΕ.
Συνεταιρισμοί παραγωγών, ομάδες οινοποιείων και μεγάλες μονάδες διαθέτουν και μια Enotequa (κάβα) στα κοντινά χωριά και πόλεις που σ΄ όλα έχει αναδειχθεί και τουριστικό ενδιαφέρον (τάφοι και ευρήματα των Ετρούσκων – Μεσαιωνικά τείχη και πύργοι – Αναγεννησιακές Εκκλησίες και Παλάτια). Έτσι ο περιηγητής θα μπει “υποχρεωτικά” σ΄αυτήν, θα ψάξει και θα θαυμάσει τα τοπικά προϊόντα, θα δοκιμάσει κρασιά και θα πληροφορηθεί που και πως μπορεί να βρει τον τόπο οινοποίησης του κρασιού που του άρεσε.
Το ίδιο εξ άλλου συμβαίνει και αν παραγγείλει ένα ποτήρι κρασί σ΄ ένα cafe όπου ο σερβιτόρος θα του φέρει 3 – 4 ποτήρια να δοκιμάσει για να επιλέξει τελικά τον τύπο αυτού του ενός ποτηριού που θα πιει και όταν πληρώσει, θα του δώσει έντυπο υλικό (λίγο και προσεγμένο ώστε, έστω σαν σουβενίρ, να μην το πετάξει) για τα κτήματα και τις εγκαταστάσεις τους.
Έτσι, μετά απ΄ όλα αυτά ο περιηγητής θα επισκεφθεί (από μόνος του ή τόχει ήδη φροντίσει η οργανωμένη εκδρομή) μια tenuta (αγρόκτημα) όπου εκτός από την cantina (κελάρι) του, θα δει και την αγροτουριστική του εγκατάσταση, δηλαδή το σύγχρονο ξενώνα του (που βέβαια έχει γίνει από τα τρία μέχρι σήμερα Ευρωπαϊκά Leader).
Και επειδή σίγουρα η γραφικότητα θα τον μαγέψει, πιθανώς να προγραμματίσει μια επόμενη επίσκεψή του με διαμονή σ΄ αυτό ή κάποιο άλλο αγρόκτημα. Κάτι που προς το παρόν σε κάποιους φαίνεται “δήθεν” αλλά τα επόμενα χρόνια θα κερδίσει πόντους στην τουριστική βιομηχανία, αφού η αστικοποιημένη γενιά των 30άρηδων και 40άρηδων σήμερα, οι αυριανοί δηλαδή ταξιδευτές, δεν μπορούν εύκολα να διακρίνουν το αληθινό και το φτιαχτό της φύσης και της αγροτικής ζωής, και πάντως για να το δουν θέλουν την “άνεση της πόλης τους”.
Ο τόπος λοιπόν, η ιστορία, η παράδοση και η πίστη των Τοσκανών για τις αξίες των παραπάνω, αναδεικνύουν το βασικό προϊόν της περιοχής, το κρασί, σε πηγή ζωής για τους ίδιους και πηγή έμπνευσης για την Ευρώπη και για όλο τον κόσμο.


Μάιος 2009






