Από τον οινικό γύρο στη Γαλλία το 2014 έμειναν περιοχές που δεν επισκέφθηκα αλλά και περιοχές που δεν μπόρεσα να γνωρίσω σε βάθος και κυρίως το Μπορντό, που τόσο η πόλη όσο και τα αμπελοτόπια και τα οινοποιεία του, χρειάζονται μήνες και όχι μέρες για να τα ανακαλύψεις.
Έτσι ένα ταξίδι με διαμονή σε σπίτι (είχαμε πια Airbnb), στην ίδια περιοχή που ήταν το ξενοδοχείο της πρώτης επίσκεψης, την ίδια εποχή και μάλιστα με ταύτιση του Ορθόδοξου με το Καθολικό Πάσχα, όπως και τότε (φοβερή συγκυρία, θα ξαναγίνει σε 22 χρόνια), θα μας έδινε την δυνατότητα να συνεχίσουμε το ταξίδι από εκεί που το αφήσαμε την προηγούμενη φορά.
Το πρόγραμμα προέβλεπε να περιηγηθούμε την πόλη έως το Μ. Σάββατο και να εξερευνήσουμε τις περιμετρικές οινικές περιοχές. Έτσι κι έγινε.
Ξαναβρίσκουμε την κεντρική πλατεία (place de la Comedie), με το αγαπημένο μας bistro για το μεσημεριανό μας κρασάκι, την εμπορική οδό Αγίας Αικατερίνης, που αυτή τη φορά την πάμε μέχρι την πύλη d’ Aquitaine και τη place de la Victoire και προχωράμε έως την αγορά des Capucins, για αγορά τυριών.


Βλέπουμε καλύτερα την πλατεία του Δημαρχείου και επισκεπτόμαστε την Δημοτική Πινακοθήκη.
Ατέλειωτες απογευματινές βόλτες στις προκυμαίες και το βράδυ από τους Καθρέπτες στη place de la Bourse, στη Πύλη Cailhall και τη place du Palais για το κρασί μας ή στην πιο κοντινή στην αγορά των “πτερών” για θαλασσινά ή pasta.
Αφιερώνουμε ένα πρωί στο μοναδικό κέντρο οίνου της πόλης, το La cite du vin, ένα εκπληκτικού όγκου και σχήματος οικοδόμημα. Από την είσοδο, ανεβαίνοντας κυκλικά, περιφέρεσαι στις συνεχείς αίθουσες με τα διαδραστικά εκθέματα και μαθαίνεις από την ιστορία της αμπελοκαλλιέργειας και της οινοποιίας έως τις τεχνικές της γευστικής δοκιμής και τις διεθνείς τάσεις της σινικής αγοράς, καταλήγοντας στον γυάλινο εξώστη όπου, κοιτώντας όλο το Μπορντό, δοκιμάζεις ένα κρασί της αρεσκείας σου. Προφανώς στο ισόγειο έχει πολύ μεγάλη Cava και εμείς αγοράσαμε μια ιδιαίτερη champagne.
Την Κυριακή του Πάσχα έγινε η ολοήμερη εκδρομή μας και τη Δευτέρα του Πάσχα αρχίσαμε τις οινοεξερευνήσεις μας.


Οινοδιαδρομές 2017
Στον οινικό γύρο του 2014 περιηγηθήκαμε στο Loire, στο Bordeaux και στην Bourgogne. Στην αφήγηση για το Bordeaux δώσαμε τη βασική δομή των υποπεριοχών του και την ιεράρχηση των κρασιών τους, αποφεύγοντας τις λεπτομέρειες που για πρώτη φορά θα κούραζαν και θα ¨πετούσαν¨.
Δόθηκε ως μια πρώτη διάκριση της οινοπαραγωγικής περιοχής του Bordeaux (αριστερή όχθη με Medoc και Graves, δεξιά όχθη με St. Emilion και μεταξύ των δύο ποταμών η Entre-Deux Mers) και αντίστοιχα περιγράφησαν τα χαρακτηριστικά των εδαφών και οι καλλιεργούμενες ποικιλίες των.
Στο Medoc έγινε και μια αναφορά στις διαπιστευμένες ονομασίες των αμπελοτοπιών αλλά και στην πρώτη ιεράρχηση μεταξύ των παραγωγών που είχε γίνει το 1855 και αντέχει μέχρι σήμερα.
Η κάθε περιοχή έκλεινε με την περιγραφή της επίσκεψης που έγινε στα οινοποιεία τους και ήταν δύο(2) στο Medoc, ένα στο St. Emilion και ένα στη Graves (La Brede).
Την μεταξύ των δύο ποταμών περιοχή Entre deux Mers (θαλασσών όπως λένε οι Γάλλοι) απλώς την διατρέξαμε κατά το ταξίδι μας προς Μπερζεράκ.
Αυτή τη φορά καλύψαμε :
- και άλλες υποπεριοχές και οινοποιία του Medoc
- τις πλαγιές του Blaye και του Bourg στη δεξιά όχθη
- τις υποπεριοχές της Entre deux Mers με την ¨εξωτερική¨ πασχαλιάτικη εκδρομή μας, αλλά και την ¨εσωτερική¨ εξερεύνηση των οινοτόπων της
- την νότια υποπεριοχή Sud-Ouest, στις πλαγιές των Πυρηναίων, που εκτείνεται ανατολικά και νότια του Bordeaux.
Πριν όμως ξεκινήσουμε τις οινοδιαδρομές μας, πρέπει να επισημάνουμε ότι τα κρασιά του Bordeaux δεν αναφέρονται στην ποικιλία αλλά στο terroir, δηλαδή την υποπεριοχή μιας από τις διακεκριμένες περιοχές με προστατευόμενη ονομασία.
Τα Terroirs αυτά φαίνονται στον ¨χάρτη των κρασιών¨ του Bordeaux που καταγράφει τις ονομασίες προέλευσης των κρασιών που μπορούν να γράφουν οι φιάλες των.


Συγκρίνοντας τους χάρτες ¨οδηγούς¨ του 2014 και 2017, φαίνεται ότι οι περιοχές Medoc και Graves της αριστερής όχθης έχουν αντιστοίχως οχτώ (8) και πέντε (5) υποπεριοχές.
Στην δεξιά, εκτός από τις πλαγιές Blaye, Bourg και τις υποπεριοχές St. Emilion, Pomerol, προστίθεται η μεταξύ τους ευρύτερη περιοχή που φέρει ονομασίες προέλευσης Bordeaux και Bordeaux Superieur.
Στην Entre deux Mers διακρίνουμε επτά (7) υποπεριοχές με μεγαλύτερη την ομώνυμή της περιοχή, ενώ υπάρχει και μια περιοχή με ονομασία Bordeaux και Bordeaux Superieur.
Τέλος, μεταξύ Graves και Entre deux Mers υπάρχει μια ακόμη περιοχή που φέρει την ονομασία Bordeaux και Bordeaux Superieur.
Η ταξινόμηση της ποιότητας των κρασιών κάθε μίας από τις τρεις κύριες περιοχές του Bordeaux είναι διαφορετική.
Ειδικότερα στο Medoc υπάρχουν πέντε (5) ¨οικογένειες¨ παραγωγών που δραστηριοποιούνται στις οκτώ (8) περιοχές με ονομασίες προέλευσης και στα προνομιακά αμπελοτόπια αυτών.
1. των ιστορικών (chateaux) που δραστηριοποιούνται στα Grands Crus, που ιεραρχήθηκαν μόνοι τους το 1855 σε 5 κλάσεις με 5-13-14-10-18 chateaux αντιστοίχως μέλη και συνολικά 60 Chateaux
2. των Bourgeois που δραστηριοποιούνται σε δικά τους Crus. Η ¨μπουρζουαζία¨ έκανε μεγάλες επενδύσεις στην αμπελοκαλλιέργεια και το 1932 αναγνωρίστηκαν πολλά αμπελοτόπια. Το 2003 και για μια 4ετία κατάφεραν να ταξινομηθούν 247 Crus : Bordeaux Exceptionnel 9 + Bordeaux Superieurs 87 + Bordeaux 151. Από το 2010 αυτό καταργήθηκε και υπάρχει μόνο το Bordeaux (Bourgeois) σε 246 κρασιά.
3. Ομοίως και των Artisans με 44 μέλη. Από το 2006 αναγνωρίσθηκαν τα Crus των ¨μαστόρων¨ της οινοποίησης δηλαδή αυτών που ήταν βαρελοποιοί, κατασκευαστές δεξαμενών, αντλιών, κλπ, οι οποίοι όμως καλλιεργούσαν τα δικά τους αμπέλια και έφτιαχναν το δικό τους κρασί.
4. οκτώ (8) συνεταιρισμοί που δημιουργήθηκαν στη κρίση του 1930, οινοποιοί σε κλίμα αλληλεγγύης, έδωσαν την δυνατότητα στους καλλιεργητές να ενώσουν τις δυνάμεις τους ώστε να διατηρήσουν και να αναπτύξουν την παραγωγή τους.
5. διάφοροι που δραστηριοποιούνται σ΄ άλλα προνομιακά αμπελοτόπια και κάποια από αυτά αποτελούν το πραγματικό θαύμα του Medoc.
Στο St. Emilion, παρ΄ όλο που οι οινοπαραγωγή έχει ιστορικές ρίζες, όπως αναφέρεται και στον οινικό γύρο του 2014, η ταξινόμηση άργησε να καθιερωθεί και το 1954 που καθιερώθηκε έδωσε ένα πολύπλοκο σύστημα που αναθεωρείται ανά 10ετία.
Στη Craves η ταξινόμηση ξεκίνησε το 1953, αναθεωρήθηκε το 1959 και προβάλλει 16 οίκους για φημισμένα κόκκινα αλλά και αξιοσημείωτα λευκά κρασιά.
Στις λοιπές υποπεριοχές δεν υπάρχει επιπλέον ταξινόμηση/ιεράρχηση μεταξύ των παραγωγικών μονάδων, παρά μόνο η διάκριση σε Chateaux (αμπελώνας και μέσα οινοποιείο) και μια ιδιαίτερη αναφορά γίνεται για τα κρασιά Bordeaux και Bordeaux Superier που, όπως φαίνεται και από τον χάρτη, παράγονται σε ενδιάμεσες ή συμπληρωματικές υποπεριοχές αυτών με προστατευόμενη ονομασία, αποτελούν το 50% των κρασιών της περιοχής και δεν αποκλείεται μέσα σ΄ αυτά να βρεις και εξαιρετικά χαρμάνια.


Medoc
Στόχος των επισκέψεων αυτή την φορά ήταν να γνωρίσουμε οινοποιεία απ΄ όλες τις τάξεις/κλάσεις και να κατανοήσουμε τις διαφορές και την οργάνωση κάθε κατηγορίας και σε επίπεδο τεχνολογίας-εξοπλισμού και σε επίπεδο ετικετών-marketing.
Έχοντας επισκεφθεί εδώ δύο οινοποίεια κατά τον ¨οινικό γύρο¨ το 2014 επισκεφθήκαμε και άλλα έξι (6):
Το Ch Margaux, Grand Cru (1e) στο Margaux του Medoc ονομάζεται δικαίως οι Βερσαλλίες του Medoc και η ιστορία του ακολουθεί την ιστορία της επαρχίας Aquitaine. Η οινοπαραγωγική εποποιία της περιοχής ξεκινά όταν ήταν αποικία των Άγγλων (1152-1453) και το ¨Claret¨ από τον 12ο αιώνα έγινε το αγαπημένο κρασί του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου.
Ο Pierre de Lesfonnac από το 1572 έως το 1582 φτιάχνει το ¨La Mothe de Margaux¨ ενώ ο Berlon αρχίζει απ΄ τον 18ο αιώνα τις χωριστές οινοποιήσεις για τα κόκκινα και άσπρα κρασιά. Το 1705 έχουμε 230 βαρέλια ¨Margose¨ και το 1771 το ΄Claret΄ μπαίνει στον κατάλογο δημοπρασιών του Christie`s.
Ο Μαρκήσιος Bertand Douat, το 1810 παίρνει στην ιδιοκτησία του το Margeau και χτίζει το οίκημα που βλέπουμε και σήμερα. Το 1830 η ιδιοκτησία περνά στον Alexandre Aguado, τον πρώτο τραπεζίτη που επενδύει σε Chateau, και το αναδεικνύει ως 1er Crou. Από τις αρχές του 20ου αιώνα αρχίζει η πτώση, λόγω φυλλοξήρας και πολέμων και το 1950 πηγαίνει στην ιδιοκτησία του Fernand Ginestet, ο οποίος δεν καταφέρνει να ανακόψει την πτώση. Για αποφυγή εκπεσμού του Chateau, ανακηρύσσεται από τον Ζισκάρ ντ΄ Εσταίν εθνικός θησαυρός και με άδεια από την Γαλλική Κυβέρνηση, το 1977 ο Έλληνας Ανδρέας Μετζελόπουλος το αγοράζει σε πολύ χαμηλή τιμή (16 εκ. δολάρια). Μέσα σε τρία χρόνια γίνεται η πραγματική αναγέννηση αμπελώνα και οινοποιείου και αρχίζει η άνοδος και πάλι προς της 1η θέση της διεθνούς οινοποίησης.
Σήμερα το διαχειρίζεται η κόρη του Κορίνα και τα οικονομικά της αποτελέσματα θεωρούνται ένα από τα θαύματα της ελεύθερης αγοράς : Ετησίως καλλιεργούνται 262 Ha και παράγονται 280.000 φιάλες που πωλούνται κατά μέσο όρο 1000 €/φιάλη (στην πρόσφατη 5ετία). Η επιχείρηση αυτή έχει συνολικά 81 εργαζόμενους και τα κέρδη της υπολογίζονται γύρω στα 100 εκ. δολάρια (Bloomberg). Πως γίνεται αυτό; Κατ΄ αρχάς η οινοπαραγωγική ιστορία της περιοχής, το brand name, αλλά και το προϊόν : σ΄όλο τον κόσμο 1 τμ. αμπελιού δίνει μια φιάλη κρασί˙ στο Margaux 10 τμ αμπελιού δίνουν μια φιάλη κρασί!
Οι ετικέτες του Chateau είναι τέσσερις : Το Grand Vin, το Pavillon Rouge, το λευκό Vin de Sauvignon Pavillon Blanc και το Margaux το κόκκινο, που από το 1977 διανέμεται μόνο σε εστιατόρια στη Γαλλία, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην Ιαπωνία και στις ΗΠΑ. Τα κρασιά παλαιώνουν έως 30-40 χρόνια και ανάλογα με την εσοδεία ανεβαίνει και η χρηματιστηριακή τους αξία.




Το Chateau Beychevelle (Καραβέλα), Grand Cru (4e) στο St. Julien πήρε το όνομά του επειδή τα καράβια που πέρναγαν από τον Gironde κατά τον 17ο αιώνα, από σεβασμό στη δύναμη κα την ομορφιά του Chateau και των ιδιοκτητών του δουκών του Epernou, κατέβαζαν τα ιστία τους. Μια καραβέλα λοιπόν είναι το έμβλημα του Chateau αλλά και η μορφή του νέου και πανέμορφου οινοποιείου που κτίστηκε δίπλα από τα οικήματα.
Κτίστηκε το 1565 από τον επίσκοπο Francois de Foix-Candale και ακολούθησε η ¨βασιλεία¨ των δουκών του Epernou έως το 1757 που πέρασε στον Μαρκήσιο de Brassier, από εκεί στην οικογένεια Heine, και ακολούθως στην οικογένεια Achille-Fould και τέλος το 1986 πέρασε στο Grands Millesimes de France.
Η οικογένεια Heine ανέδειξε το κτίσμα με εσωτερική και εξωτερική διακόσμηση, με πίνακες και αγάλματα και υπέροχους κήπους, ενώ από το 1990 ιδρύθηκε το Ίδρυμα Beychevelle που είναι αφιερωμένο που είναι αφιερωμένο στις σύγχρονες τέχνες και έτσι κάθε χρόνο προσκαλούνται καλλιτέχνες για να εκφράσουν την δημιουργικότητά τους στο Chateau. Η μεγάλη επισκεψιμότητα (15.000 – 20.000 επισκέπτες) οδήγησε στη δημιουργία του ξενώνα-εστιατορίου Table de Beychevelle, με δεκατρία δωμάτια φιλοξενίας και ένα ¨οινικό¨ εστιατόριο.
Οι ετικέτες του Chateau είναι δύο κλασικές από το St. Julien (Chateau Beychevelle Grand Vin, 90-140 €/φιάλη, Amiral de Beychevelle, 50 €/φιάλη) και δύο νεότερες από αμπελοτόπια στο Haut Medoc (Le Haut Medoc de Beychevelle, 45 €/φιάλη, Les Brulieres, Haut Medoc, 30 €/φιάλη)
Η επίσκεψή μας σ΄ αυτό το Chateau ήταν για μας μια αποκάλυψη, γιατί μόλις φθάσαμε στην αρχική αναγνωριστική βόλτα, βρεθήκαμε μπροστά σε κάτι που δεν μπορούσαμε να φανταστούμε. Σε μια από τις πιο φημισμένες μονάδες οινοπαραγωγής του κόσμου γινόταν εμφιάλωση από κινητή μονάδα!!. Εδώ λοιπόν μάθαμε ότι η περιοδικότητα της εργασίας, το κόστος της επένδυσης στη γραμμή παραγωγής, ο απαιτούμενος χώρος της εγκατάστασης, τα 2-3 κάθε επιχείρησης σε διαφορετικά Crus, οδηγεί μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις στο να καλούν μεταφερόμενες μονάδες για την εμφιάλωση της εκάστοτε παρτίδας κρασιού.
Έτσι η επίσκεψή μας έγινε καθαρά τεχνοκρατική περιεργαζόμενοι την γραμμή εμφιάλωσης αλλά και το πριν αυτής στάδιο στο βιοκλιματικό οινοποιείο ¨Καραβέλα¨ με τις δεξαμενές τζάκετ σε σχήμα καμπάνας, κλπ.




Το Chateau Lamarque το επισκεφθήκαμε τυχαία περνώντας από τα δρομάκια του χωριού Lamarque για να πάμε να επισκεφθούμε το Fort-Medoc, το κάστρο-φύλακας στην όχθη του Gironde.
Βλέποντας μια επιβλητική αλέα δίπλα από το Δημαρχείο και ανάλογες πινακίδες, αφήσαμε το αυτοκίνητο και, διαμέσου της αλέας, φθάσαμε στην πύλη ενός κάστρου με πύργους, τείχη και υποστατικά. Πληρώσαμε την είσοδό μας και άρχισε η ξενάγηση, η οποία περιελάμβανε την ιστορία του κάστρου, χωρίς όμως επίσκεψη σ΄ αυτό και την επίσκεψη στις δεξαμενές και τα κελάρια, χωρίς να περιλαμβάνει γευστική δοκιμή.
Ο Garsion de Lamarque κτίζει μεταξύ 1050-1090 το κάστρο για προστασία του χωριού από τους Βίκινγκς, ενώ ο εξάδελφος Gauber de Fumel ήταν στις Σταυροφορίες. Η κόρη (εγγονή;) του ξαδέλφου, Georgine du Fumel παντρεύεται τον marquise d` Evry και αναλαμβάνουν τη διαχείριση του κάστρου. Ο εγγονός της P.G. Gromand d` Evry είναι ο θεμελιωτής της αμπελοκαλλιέργειας και οινοπαραγωγής, παράγοντας κρασί για το κάστρο από τον 15ο αιώνα. Από τότε η ίδια οικογένεια διαχειρίζεται το κάστρο, τους αμπελώνες και την οινοπαραγωγή. Εικοσιπέντε γενιές λοιπόν ¨οικογενειακού έπους¨ και επτά γενιές αμπελο-οινοπαραγωγών, δίνουν το νόημα της αριστοκρατίας της περιοχής Medoc, που συνθετικό της υπόστασής της ήταν η επικερδής οινοπαραγωγή.
Σήμερα ο αμπελώνας τους περιλαμβάνει 35 Ha στο χωριό, πίσω από την εκκλησία, 11 Ha στη Bahura και 20 Ha στη Maucaillou, όλα στο Haut Medoc.
Το Chateau, επειδή δεν εντάχθηκε στα classe του 1855 και χωρίς συγγένεια με τους bourgeois, εντάσσεται στο Union de Grands Crus de Bordeaux (UGCB), που αριθμεί 135 μέλη με appellations από Medoc, Graves Pessac-Leoguan, Sauternes και Barsac, Sain Emilion και Pomerol.
Από την γλευκοποίηση τα σταφύλια πηγαίνουν σε βαρέλια Βελανιδιάς Allier. Πριν την ολοκλήρωση της ζύμωσης γίνεται μια ¨αφαίμαξη¨ 10-15% για αύξηση της πυκνότητας/συγκέντρωσης και το αφαιρούμενο κρασί μαζί με αυτό από τα νέα αμπέλια είναι το 2ο κρασί. Μετά τη ζύμωση γίνεται το χαρμάνι για το Grand Vin σε βαρέλια 225 l, που οδηγούνται στο κελάρι.
Οι ετικέτες του είναι αντιστοίχως τα : Chateau de Lamarque, UGCB (1ο κρασί) και Donjon de Lamarque (2ο κρασί) με τιμή 25 € και 12 € ανά φιάλη αντιστοίχως.


Το Chateau Lanessan επιλέξαμε να το επισκεφθούμε γιατί ο κατάλογος του οινο-οδηγού του Medoc δεν έγραφε την κατηγορία του Cru και θεωρήσαμε ότι αντιπροσωπεύει τα Autres.
Η ιστορία του Chateau ξεκινά το 1793, όταν ο εφοπλιστής Jean Delbos (αργότερα Lanessan) επενδύει στην οινοπαραγωγή. Το κτίριο κτίζεται το 1878 σε στιλ Tudor και τα κελάρια σε παραδοσιακό στυλ της περιοχής. Φτιάχνονται επίσης μια πτέρυγα με στάβλους και αποθήκες καροτσιών και τροχήλατων συρόμενων εργαλείων, που σήμερα είναι το Musee du Cheval, ένα πρόσθετο τουριστικό σημείο για το Lanessan. Το 1907 η M.L. Dolbis παντρεύεται τον Et Bouteiller και αλλάζει το όνομα της εταιρείας σε Domaine Bouteiller.
Το 2003 το κτήμα ήταν στις 247 ιδιοκτησίες bourgeois που κατηγοριοποιήθηκαν και εντάχθηκε στη μεσαία κλάση, στα Cru Bourgeois Superieur (87 μέλη).
Κατά την επίσκεψή μας ξεναγηθήκαμε στις δεξαμενές του οινοποιείου, που είναι από οπλισμένο σκυρόδεμα με κατάλληλο επίχρισμα, στο Μουσείο των Αλόγων όπου βρήκαμε ενδιαφέρον στα τροχήλατα και συρόμενα εργαλεία τρύγων και οινοπαραγωγής και τέλος δοκιμάσαμε το 1ο κρασί, το Chateau Lanessan, που προέρχεται από αμπελώνα 32 στρ. και πωλείται 20 €/φ και το 2ο κρασί τα ¨Βαγόνια του Lanessan¨ που προέρχεται από αμπελώνα 13 στρ. και πωλείται προς 12 €/φ.


Το Paloumey, το επόμενο Chateau είναι αντιπροσωπευτικό των Crus bourgeois. Ο τόπος που περνούν ¨οι ξυλοπόδαροι¨ (τα αποδημητικά πουλιά), δημιουργήθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα από τον έμπορο κρασιών Octave Dupuy, που ανακαινίζει και επεκτείνει και το αστικό σπίτι εκείνης της εποχής. Η φυλλοξήρα και οι πόλεμοι το εξαφανίζουν περί το 1900 και πολύ αργότερα, το 1989, η Martine Cazeneuve παίρνει την ιδιοκτησία υπό την κυριότητά της ξαναοργανώνει τον αμπελώνα, κτίζει νέο οινοποιείο (σιδηροκατασκευή) και ανακαινίζει το υπέροχο ¨αστικό¨ σπίτι των αρχών του 19ου αιώνα.
Σήμερα το Chateau Poloumey έχει 34 Ha αμπελώνες, 24 Ha γύρω από τις εγκαταστάσεις και 10 Ha στο Cussac-Fort Medoc και η ιδιοκτήτρια έχει επίσης στην ιδιοκτησία της και το Chateau La Bessane στο Cantenac (24 στρ. μόνο) αλλά και το Chateau La Carricd στο Morilis en Medoc.
Η επίσκεψη περιελάμβανε την ξενάγηση στο οινοποιείο στα κελάρια και την γευσιγνωσία τριών (3) κρασιών στο εκθετήριο του οινοποιείου. Οι ετικέτες του είναι μία για κάθε Chateau : Paloumey 20 €/φ, La Bessane 36 €/φ και la Barricd 23 €/φ (όλες για 2015) και δύο δεύτερες Ailes de Paloumey και Plume de Paloumey με μέσο όρο για το 2015 στα 13,5 €/φ.




Το Chateau de Lauga, ένα κλασικό Cru Artisan, αφού το εν λόγω Chateau το έχουν εξ αρχής και μέχρι σήμερα έξι (6) γενιές αμπελοκαλλιεργητές και βαρελάδες που, όπως λένε στο διαφημιστικό τους δίπτυχο, η γνώση όλων αυτών που δίνουν ζωή στο κρασί καθώς και η επανάσταση των τεχνικών, όπως μεταδίδονται από γενιά σε γενιά, δίνουν στο κρασί τους την ποιότητα και τον πλούτο που το διακρίνει.


Όπως φαίνεται και στις φωτο, η αίθουσα των δεξαμενών είναι μικρή και ανακατεμένη, το κελάρι αναπτύσσεται στην αποθήκη καθ΄ ύψος και υπάρχει μόνο μία γραμμή ετικεταρίσματος – πακεταρίσματος, αφού η εμφιάλωση γίνεται από υπεργολάβο.
Δοκιμάσαμε τη μια και μόνη ετικέτα του το 40C Haut Medoc, ένα ¨στρογγυλεμένο¨ Medoc που, όπως συζητήσαμε με τον γιό και διάδοχο του βαρελοποιού, εξάγεται (μέσω μεταπρατών) έως και τις USA, εξασφαλίζοντας μεροκάματο αλλά και προοπτική σ΄ όλη την οικογένεια (εκεί και η αδελφή με τα παιδιά της που βοηθούσαν, λόγω διακοπών Πάσχα, στο πακετάρισμα).
Αγοράσαμε φιάλες για δώρα με 9,5 € τη μία.


Συμπερασματικά λοιπόν, η οινική ιστορία του Medoc αρχίζει όταν είναι αποικία της Αγγλίας για 300 χρόνια και το κοκκινέλι της πάει στα παλάτια και τα αρχοντικά αυτής (οι Άγγλοι έφυγαν την ιστορική εποχή που ήλθαν στην Κωνσταντινούπολη οι Οθωμανοί).
Έκτοτε οι αριστοκράτες/φεουδάρχες αλλά και οι μεγαλοαστοί από όλη την Ευρώπη, επενδύουν στην οινοπαραγωγή της περιοχής και με θαλάσσιους δρόμους, την εμπορεύονται σ΄ όλο τον κόσμο. Τον 20ο αιώνα η φυλλοξήρα και οι πόλεμοι διαλύουν τα πάντα αλλά σταδιακά όλα ξαναχτίζονται και βέβαια από το 1990 που ενώνονται και ελευθερώνονται οι αγορές, αρχίζει η εκτόξευση στα ύψη του κλάδου που πια είναι τμήμα της παγκόσμιας βιομηχανίας. Σημαντικό σ΄όλη αυτή την πορεία ήταν ότι και οι μικροί παραγωγοί, πάντα οργανωμένοι, είχαν και έχουν και αυτοί μερίδιο της πίτας.
Ως μηχανικός αρέσκομαι να βρίσκω αντιστοιχίσεις και κλίμακες με τον τόπο και την καθημερινότητα μου. Έτσι θα ρισκάρω μια εικόνα : φανταστείτε την ακτή της Δ. Πελοποννήσου από την Οβριά της Πάτρας έως το Κατάκολο του Πύργου που έχει ένα ανάπτυγμα, κάτι μεγαλύτερο από 80 χλμ, όσο είναι το ανάπτυγμα της αριστερής όχθης του Gironde. Η ακτή αυτή μαζί με τα επίνειά της, αποτελούσε το κέντρο καλλιέργειας και εμπορίας σταφίδας και ¨ξελάσπωσε¨ την Γαλλία κατά την περίοδο της φυλλοξήρας με νόμιμες και παράνομες μεταφορές σταφιδικού οίνου. Στα βόρεια της περιοχής αυτής ο Γερμανός Clauss έστησε το 1861 το πρώτο οργανωμένο οινοποιείο της χώρας, στο Πετρωτό έξω από την Πάτρα και στα νότια ο έμπορος Μερκούρης έφερε περί το 1864 ιταλικά φυτά αμπέλου που φύτευσε σε εκτάσεις στο Κατάκολο Ηλείας τις οποίες αγόρασε από τις εθνικές γαίες που είχαν παραχωρηθεί στο κράτος. Σήμερα, αν επισκεφθείτε τα οινοποιεία αυτά, θα έχετε μια εικόνα για τα Chateaux Grand Crus και για τα Chateaux Crus Bourgeois αντιστοίχως. Προπονηθείτε λοιπόν στην Πάτρα και το Κατάκολο στις ονομασίες προέλευσης και στις ιστορικές κατηγοριοποιήσεις και παραγωγές, ώστε να επιβραβευθείτε στο Medoc.
Rive droite (δεξιά όχθη, μπλε διαδρομή)
Περιδιαβαίνοντας τα δρομάκια του Medoc, είδαμε πινακίδες προς τον ιστορικό χώρο Fort Medoc και έτσι από περιέργεια φθάσαμε σε μια παρόχθια επιβλητικά οχυρωμένη τοποθεσία.
Στις πληροφορίες μάθαμε ότι ήταν ένα από τα τρία οχυρά στον Ζιρόντ και τα άλλα δύο φαίνονταν μπροστά μας, το φρούριο στο νησάκι Pate και η ακρόπολη στην πόλη Μπλέιγ στην απέναντι όχθη. Η οχύρωση αυτής της περιοχής, καθώς και άλλων 11 στα σύνορα της Γαλλίας, κατασκευάσθηκε από τον στρατιωτικό μηχανικό Vauban (1633-1707), ύστερα από διαταγές του Λουδοβίκου του 14ου και έδωσε νέα διάσταση στις οχυρώσεις μετά την ανακάλυψη των κανονιών. Τα τρία οχυρά σε ευθεία γραμμή στο Ζιρόντ (όχθες και μέση) με τα διασταυρωμένα πυρά τους, εμποδίζουν το πέρασμα στο εσωτερικό του ποταμόκολπου και επομένως στο Bordeaux. Τα τρία αυτά οχυρά καθώς κι εννιά ακόμη σ’ άλλες θέσεις της περιοχής αποτελούν μνημεία της UNESCO.
Στις πληροφορίες μάθαμε επίσης ότι υπάρχει ferry από το Fort Medoc (Lamarque) που, περνώντας από το νησί Pate, αποβιβάζει στη Bleye μετά από ταξίδι 30 λεπτών.
Έτσι, αφού περιηγηθήκαμε σ΄ ένα ευρηματικού σχεδιασμού οχυρό με τάφρους, τείχη και πύργους, αποφασίσαμε την επόμενη να πάρουμε το ferry και να συνεχίζουμε την περιήγηση στην Bleye και στα οινοποιία των Cotes de Bleye και Cotes de Bourg.
Το επόμενο πρωί λοιπόν, πρώτοι και καλύτεροι στην αποβάθρα της Lamarque, καφεδάκι, επιβίβαση και ταξίδι με ¨ηλιοθεραπεία¨. Παρατήρηση από μακριά του Fort-Pate και αποβίβαση στη δεξιά όχθη.



Από την αποβάθρα της Blaye φαίνεται η οχύρωση της Ακρόπολής της και ακολουθώντας τις πινακίδες για το packing συναντάμε τη λαϊκή της εβδομάδας. Πιο ευγενές παζάρι από τα δικά μας αλλά με ίδια χαρακτηριστικά : λαχανικά, φρούτα, τυριά και ψάρια, αλλά και λουλούδια και pommes frites (πατάτες τηγανιτές στο χωνάκι) και πολύχρωμο ανθρωπολόγι να πηγαινοέρχεται, να φωνάζει και να γελάει (το γράφω την περίοδο του Κοροναϊού, εντάξει;).
Παρκάρουμε και περπατάμε στην οχυρωμένη Ακρόπολη, θαυμάζοντας τις τεχνικές των πύργων και θέσεων των κανονιών σε σχέση με την κάλυψη του περάσματος του Ζιρόντ έως το Πατέ.
Επιστρέφουμε στο parking και συνεχίζουμε πια την οινική μας διαδρομή, προς Bourg, από την παρόχθιο οδό D669.
Οι αμπελοοινικές περιοχές των Blaye και Bourg είναι ένα υποσύνολο της δεξιάς όχθης και το μεν Blaye έχει τέσσερις (4) υποπεριοχές AOC`s, το δε Bourg δύο (2) AOC`s υποπεριοχές.
Και το κόκκινο και το άσπρο κρασί είναι ¨χαρμάνι Bordeaux¨, δηλαδή ανάμειξη των γνωστών ποικιλιών του Bordeaux. Η παρόχθια διαδρομή μας είχε συνέχεια αμπελώνες, διάσπαρτους με αλσύλλια προς την όχθη και αμπελώνες με υποστατικά προς την εσωτερική πλευρά. Αμέσως μετά το Blaye φαίνεται ότι η περιοχή θα κατακλυζόταν κάποτε από τον Ζιρόντ, ενώ προς την Bourg, που πλησιάσαμε πιο πολύ στην όχθη, τα εδάφη είχαν πιο συμπαγή μορφή.
Στην αρχή επισκεφθήκαμε το Chateau Marquis de Vauban, που η ιστορία του αρχίζει από την εποχή που ο Λουδοβίκος 14ος έδωσε εντολή στον Vauban να οχυρώσει την εκβολή του ποταμόκολπου.
Σήμερα το διαχειρίζεται ένα ζευγάρι οινοπαραγωγών, έχοντας αναπτύξει και οινοτουριστική εκμετάλλευση με εστιατόριο, διοργάνωση επισκέψεων, εκδηλώσεων, κλπ, δίδοντάς μας την εικόνα ότι και η δεξιά όχθη θάναι κάτι σαν την αριστερή. Αυτή ήταν όμως, όπως απεδείχθηκε, λανθασμένη εντύπωση γιατί στα αμέτρητα Chateau των δύο περιοχών (550 παραγωγοί) επικρατούσαν συνθήκες οινοτουρισμού, αντίστοιχες των Ελληνικών δεδομένων : δεν απαντούν στο τηλέφωνο, επομένως χωρίς ραντεβού δεν μπορούμε να σας ξεναγήσουμε, αλλά μπορείτε με το εισιτήριο να δοκιμάσετε 2 κρασιά ή ακόμη καλύτερα ούτε αυτό και μπορείτε μόνο να αγοράσετε.
Κλασικό παράδειγμα του Chateau των φωτο, που ο αμπελώνας του εκτείνετο έως την όχθη (διεκόπτετο από τον δρόμο), το οίκημά του αρχοντικό, αλλά η παρουσία ανθρώπων …… ανύπαρκτη.


Η όλη οινική διαδρομή ολοκληρώθηκε με την άφιξή μας στο Bourg. Πόλη οχυρό επί της όχθης, από τον Μεσαίωνα, που ήλεγχε την κίνηση στον Ζιρόντ αλλά από τον 16ο – 17ο αιώνα αποτέλεσε και σημαντικό λιμάνι διακίνησης κρασιού.
Βόλτα στη πλατεία με τα κανόνια, καφέ στα γρήγορα και επιστροφή δια μέσου του χωριού St. Andre de Cubzac.


Entre-Deux-Mers
Εδώ εντάσσουμε δύο περιηγήσεις : την ¨Πασχαλινή¨ (κόκκινη) στην περίμετρο της περιοχής και την ¨καθημερινή¨ (πράσινη) σ΄ ένα εσωτερικό δακτύλιο (δηλαδή χωρίς να διασταυρώσουμε τα δύο ποτάμια που την ορίζουν) με ενδιαφέρουσες οινοανακαλύψεις.
Η μόνη διαφορά που είχε η Κυριακάτικη Πασχαλινή εκδρομή με μια αντίστοιχη στην Ελλάδα, ήταν ότι το Πασχαλινό Γεύμα θα γινόταν το απόγευμα στις 19:00 και όχι το μεσημέρι στις 13:00 που ξεκινάμε στην Ελλάδα.
Αργά το πρωί φθάνουμε στο St. Emilion. Βόλτα στα κατάμεστα δρομάκια του, επίσκεψη στο δημοτικό μουσείο οίνου, shopping στα άπειρα μικρά μαγαζάκια, διαμορφωμένα ως πωλητήρια souvenirs αλλά και κρασιών. Ελαφρύ Γεύμα στη μικρή ηλιόλουστη (λόγω Πάσχα ίσως;) και με εξαιρετική θέα πλατεία και αναχώρηση για τη La Brede, σε στόχο να ¨συνδεθούμε¨ με το προηγούμενο ταξίδι μας στην περιοχή των Graves.
Διασχίσαμε κάθετα (βορά-νότο) την περιοχή Entre deux mers έως την La Reole, όπου σταματήσαμε για περπάτημα στους πεζόδρομους στο κέντρο της μεσαιωνικής πόλης, που χρονολογούνται από τον 15ο αιώνα, και ένα καφεδάκι στην πλατεία της πόλης.
Συνεχίζουμε δυτικά και διασχίζουμε τον Garonne (2ο ποτάμι) στο St. Macaire (Langon) και με παράλληλη πορεία με το ποτάμι στη δυτική όχθη και στην περιοχή των Graves, σ΄ ένα λιγότερο δασώδες φυσικό περιβάλλον, φθάνουμε στη La Brede.
Εκεί περνάμε από το οινοποιείο που είχαμε επισκεφθεί και είχαμε συνδεθεί στο προηγούμενο ταξίδι και για να θυμηθούμε τους πύργους του Loire, επισκεπτόμεθα τον πύργο που έζησε και πέθανε ο Μοντεσκιέ. Ο πύργος αυτός μέχρι το 2004 ανήκε στους κληρονόμους του και γι΄ αυτό τον λόγο ο πύργος είχε μια ζωντανή εικόνα: κάποιος, μάλλον ηλικιωμένος, μόλις έφυγε και όπου να ’ναι θα γυρίσει.

Τελευταίος προορισμός το Chateau Haut Lafitte, όπου φθάσαμε γύρω στις 18:00 το απόγευμα.
Η ιστορία αυτού του Chateau ξεκινά τον 14ο αιώνα από τον Verrier Du Bosq, όμως τον 18ο αιώνα, όταν η ιδιοκτησία αγοράζεται από τον Σκωτσέζο έμπορο George Smith, παίρνει το όνομα και την υπόσταση που έχει μέχρι σήμερα. Το 1842 ο Δήμαρχος του Bordeaux που θα υπογράψει αργότερα και την κλασσικοποίηση του 1855, του δίνει τον τίτλο ¨Grand Cru Εxceptionnel¨ και έτσι δεν συμπεριλαμβάνεται στον κατάλογο του 1855 που είχε βέβαια και ένα Chateau, το Hout-Brion, στο Pessac, εκτός Medoc.
To 1958 ο διανεμητής των κρασιών του κτήματος ¨on cle Louis¨ αγοράζει την ιδιοκτησία και αυξάνει την εμπορική της διείσδυση.
Το 1990 η Florence και ο Daniel Cathiard γίνονται ιδιοκτήτες και αρχίζει η σταδιακή άνοδος του Chateau στην κορυφή μιας ευρύτερης αγοράς που περιλαμβάνει τον οινοτουρισμό σ΄ όλες του τις διαστάσεις. :
Η κόρη Mathilde μαζί με τον σύζυγο B. Thomas φτιάχνουν τα Laboratories Caudalie, τα οποία παρουσιάζουν καλλυντικά με βάση το σταφύλι, ενώ η άλλη κόρη η Alice, μαζί με τον σύζυγό της J. Tourbier, ιδρύουν τα ξενοδοχεία – Spa, Les Sources de Caudalie (οι πηγές του Καλιγούλα), μέσα στο Chateau και Les Sources de Cheverny, στην κοιλάδα του Loire.
Επίσης ¨μπαίνουν¨ και στη Napa Valley της Καλιφόρνιας με 25 Ha αμπέλια.


Το επιβλητικό οινοποιείο, εγκατεστημένο στη κορυφή του λόφου, περίπου στο μέσον του κτήματος, παράγει δυο ετικέτες, το Chateau Smith Haut Lafitte rouge (περίπου 64% CS + 30% Merlot + 5% Cfr) που ανάλογα εσοδείας, πωλείται από 120 έως 600 € και το Chateau Smith Haut Lafitte Blanc (sauvignon blanc 90%), που ανάλογα την παλαίωση, πωλείται κατά μέσο όρο 150€/φ. Οι φιάλες είναι εφοδιασμένες με Code a Bulles Proof tag, δηλαδή με smart phone σαρώνεις το bar code και έχεις όλη την ιστορία της φιάλης.
Και εδώ λειτουργεί, όπως και στο Chateau Margau χρηματιστήριο, δηλαδή μπορείς να αγοράσεις κρασί πριν μπει στην φιάλη και αντίστοιχα με τις χρονιές που θα περνούν και πως θα εξελίσσεται να το πουλάς σε διάφορες κάβες, ανάλογα χρήματα.
Περιπλανηθήκαμε για μια ώρα στο λόφο με τον αμπελώνα και το οινοποιείο, στο ξενοδοχείο και τα spa και καταλήξαμε στο εστιατόριο την ώρα που έξω από την τζαμαρία του έδυε ο ήλιος.
Με ένα υπέροχο δείπνο, πρώτο σπαράγγια, κυρίως αρνί ραγού και επιδόρπιο μιλφέιγ, συνοδευόμενα από το εξαιρετικό κόκκινο κρασί του Chateau, έκλεισε η Πασχαλιάτικη εκδρομή μας.


Για την ¨καθημερινή¨ εκδρομή δεν είχαμε ετοιμάσει κάποια επίσκεψη σε οινοποιείο ή μουσείο και θέλαμε μια περιπλάνηση στην τύχη. Ξεκινήσαμε από την 24η έξοδο του περιμετρικού αυτοκινητόδρομου του Bordeaux και, διασχίζοντας ένα τοπίο αμπελιών και αμπελώνων, φθάσαμε στη Creon, το πρώτο χωριό της μεγάλης υποπεριοχής Entre-Deux-Mers. Στην υποπεριοχή αυτή καλλιεργούνται 1441 Ha με ποικιλίες Muscadelle, Sauvignon blanc και Semillon, που δίνουν ένα λευκό κρασί με προστατευόμενη ονομασία, με αρώματα κίτρου, λευκών λουλουδιών, τροπικών φρούτων και στόμα νευρικό και ισορροπημένο, μεταξύ γλυκού και ξινού.
Συνεχίζοντας προς Sauveterre de – Guyenne, μέσα στον ¨οικισμό¨ Sainte-Marie συνατάμε ένα οινοποιείο με οριζόντια κυλινδρικά ¨προπιεστήρια¨, κάτω από ένα υπόστεγο!!!
Στάση και αρχίζει η επίσκεψη στο Chateau Sainte-Marie. Σε ένα συγκρότημα που μόνο Chateau δεν θύμιζε, μας υποδέχθηκε μια νεαρά που μας ζήτησε συγνώμη γιατί, λόγω αργιών, έλειπε το προσωπικό και δεν μπορούσε να μας ξεναγήσει στο οινοποιείο, αλλά μπορούσε να μας παρουσιάσει τις ετικέτες του οινοποιείου και βεβαίως θα μπορούσαμε μόνοι μας να περιηγηθούμε στις εξωτερικές εγκαταστάσεις.
Μας ενημέρωσε για τους αμπελώνες του που είναι : γύρω στα 40Ha στην περιοχή, και ότι οι ιδιοκτήτες έχουν επίσης από το 2009 το Chateau Peyredon Lagvavette και αμπελώνα στο Haut Medoc.
Μας παρουσίασε στη συνέχεια τις οκτώ (8) ετικέτες, μεταξύ των οποίων ένα Bordeaux Claret AOE και ένα Bordeaux Rose AOC (εδώ ορίζεται το κοκκινέλι και το ροζέ) και τέλος μας έδωσε τον τιμοκατάλογο, που οι τιμές του ήταν από 8-15€/φ.
Κατά την βόλτα μας στις εγκαταστάσεις σταθήκαμε και μελετήσαμε τον χώρο γλευκοποίησης. Λόγω της παραγωγής αυθεντικών άσπρων, γίνεται συνδυασμός προπιεστηρίου και πειστηρίου, που αλλού με την εξέλιξη των πιεστηρίων θεωρείται ξεπερασμένος. Ο σταφυλοπολτός ¨ανεβαίνει¨ στον περιστρεφόμενο διάτρητο κύλινδρο με επένδυση για την συλλογή των στραγγισμάτων και μετά την προβλεπόμενη περιστροφή/στράγγιση, η δεξαμενή ανυψούται και με κοχλία, από την κωνική της έξοδο, γεμίζει απ΄ ευθείας το πνευματικό πιεστήριο. Το πιεστήριο αυτό είναι πάνω σε ράγες και μπορεί να μετακινείται και να τροφοδοτείται εναλλάξ και από τα τρία προπιεστήρια.
Το είδα και το θαύμασα, ως οργάνωση και λειτουργία, αλλά και από το ξεχωριστό για μένα αρωματικό αποτέλεσμα, χωρίς να μπορώ να γνωμοδοτήσω κατά πόσο έχει ξεπερασθεί ή όχι.


Μετα το Chateau συνεχίσαμε την πορεία μας για την Sanveterrede- Guyenne μέσα σ΄ ένα παζλ δασικών εκτάσεων πεύκης και αμπελώνων που μας θύμισε λίγο την Τοσκάνη. Στο χωριό παρκάραμε στην πλατεία και χωθήκαμε αμέσως σ΄ ένα bistro για καφέ και σάντουιτς.
Απολαύσαμε μεσημεριανή siesta στα δένδρα της μικρής πλατείας και αναχωρήσαμε για Cadillac, τον τόπο του γλυκού άσπρου κρασιού αλλά και του ¨διαφορετικού¨ κόκκινου.
Φθάνοντας στο Cadillac, περπατήσαμε μέχρι το κάστρο των Δουκών του Epenon (τους συναντήσαμε ως από τους πρώτους ιδιοκτήτες του Chateau Beycevelle), κάναμε μια σύντομη επίσκεψη στο κεντρικό κτήριο και τους κήπους και γυρνώντας στη πλατεία, δοκιμάσαμε το γλυκό κρασί του Cadillac που τότε μας άρεσε πολύ (αργότερα μόνο Tokai).
Συνεχίσαμε την υπέροχη διαδρομή στην δεξιά όχθη του Garonne, μέσα από σκιασμένους δρόμους, τάφρους και διώρυγες, κάστρα και πύργους και βέβαια αμπελώνες, ώσπου φθάσαμε στο 22ο κόμβο του περιμετρικού αυτοκινητόδρομου, όπου και μπήκαμε για να φθάσουμε σπίτι μας.
Pau, (νοτιοδυτικά Πυρηναία)
Η εκδρομή αυτή ξεκίνησε για να δούμε τους αμπελώνες στα Πυρηναία και να δοκιμάσουμε το κρασί της Jurancon, αλλά τελικά ήταν μια περιήγηση στην ιστορία και τη φύση της Γαλλίας και όχι τόσο της οινοπαραγωγής της.
Από τον νέο αυτοκινητόδρομο, με πολύ ακριβά όμως διόδια, σε 2 ώρες φθάσαμε στο Pau και αμέσως μαγευτήκαμε : μπροστά μας οι σκιερές αλέες του ποταμού και απέναντι οι πλαγιές και οι κορυφές των Πυρηναίων που, λόγω καλού καιρού, φαίνονταν όλες από την λεωφόρο των Πυρηναίων που είναι παράλληλη του ποταμού.
Η Pau ήταν η ιστορική πρωτεύουσα της παλιάς επαρχίας Μπεάρν. Την κομψότητά της, την οφείλει κυρίως στους Βρετανούς απόστρατους αξιωματικούς του στρατού του Ουέλιγκτον που αποφάσισαν να μείνουν εκεί μετά την εκστρατεία της Χερσονήσου (1807-1814).
Το κάστρο της κτίσθηκε ως κυνηγητικό περίπτερο και τον 14ο αιώνα ο Γκαστόν Φεμπίς, υπερασπιστής της κομητείας, πρόσθεσε το μεγάλο πυργίσκο. Tον 16ο αιώνα η Μαργαρίτα της Αγκουλέμ μετέτρεψε το κάστρο σε αναγεννησιακό παλάτι. Εδώ γεννήθηκε και ο εγγονός της Ερρίκος Δ΄. Το παλάτι είναι διάσημο και για τις ταπισερί Γκομπλέν των Βασιλικών δωματίων.
Η Pau ¨βασανίσθηκε¨ από την διαμάχη/πόλεμο καθολικών και προτεσταντών, διαμάχη που επεκτάθηκε και με την γειτονική και καθολική Ισπανία. Αυτή τη διαμάχη ¨διαχειρίστηκε¨ ο Ερρίκος ο Δ΄, που δολοφονήθηκε το 1610 στο Παρίσι από αντιφρονούντες και τον θρόνο ανέλαβε ο γιος του Louis XIII, από τον δεύτερο γάμο του, που επειδή ήταν μόνο 9 χρονών στην ουσία κυβέρνησε η μητέρα του Marie de Medicis.
Βόλτα λοιπόν στην καταπράσινη λεωφόρο των Πυρηναίων (απαραίτητος καφές) από το κάστρο έως το Palais Beaumont, με τις αποικιοκρατικές επαύλεις και τις πολυτελείς βίλες, ξενάγηση στο κάστρο και περιήγηση στην αγορά και την πλατεία Κλεμανσώ. Αναχώρηση γιa την οινοπαραγωγό Jurancon.



Στην νότια όχθη του ποταμού Gave du Pau (παλαιότερα Neez) αναπτύσσεται, ως προάστιο του Pau πλέον, η Jurancon (7.000 κάτ.) αλλά η ιστορία της ξεκινά από τον 3ο αιώνα στην Γαλατορωμαϊκή εποχή, που αποτελούσε σημείο σταθμό πάνω στο ποτάμι. Όταν η αυλή της Bearn εγκαταστάθηκε στο Pau το 1464, τότε οι αυλικοί αγόρασαν τις γαίες της Jurancon και άρχισε η παράλληλη ανάπτυξη και ιστορία με το Pau.
Οινικά είναι το κέντρο της ομώνυμης υποπεριοχής του οινικού διαμερίσματος της Ν.Δ. Γαλλίας και αποτελεί το μεγαλύτερο από τα 3 αμπελοτόπια των Ν. Πυρηναίων (τα άλλα δύο : η όμορη Bearn, 160 Ηα και η Trouleguy, 200 Ha, στα Γαλλο-Ισπανικά σύνορα).
Η Jurancon έχει δύο AOC κρασιά, το γλυκό λευκό και από το 1975 και το ξηρό λευκό, και τα δύο από τις γηγενείς ποικιλίες Gros Maseng και Petit Maseng, που συλλέγονται προς το τέλος Νοεμβρίου και επομένως δίδεται η δυνατότητα να αρχίσει και η ¨ευγενής σήψη¨, ώστε να έχουμε το γλυκό κρασί.
Περνώντας λοιπόν το ποτάμι με την γέφυρα της 14ης Ιουλίου, πήραμε τη λεωφόρο Henri IV και αμέσως καταλήξαμε στο κέντρο της Jurancon. Περπατήσαμε στην αγορά και στην πλατεία και δοκιμάσαμε το γλυκό AOC, που ήταν ιδιαίτερο και πιο βαρύ. Πληροφορηθήκαμε για τα 40 χλμ. του Route du Vin αλλά ……. προτιμήσαμε να ανέβουμε στο Εθνικό Πάρκο των Πυρηναίων, στο δυτικό τμήμα του, στη Vallee d` Aspe, για να εξερευνήσουμε αυτή τη φορά την φυσική ομορφιά των Πυρηναίων.
Περνώντας την οδό φυσικού κάλλους Ν134, περάσαμε από την Oloron St-Marie και αρχίσαμε την ανάβαση στα Πυρηναία έως τον αυχένα/πέρασμα του Σομπόρ στα Γαλλο-Ισπανικά σύνορα. Το πέρασμα αυτό χρησιμοποιούσαν οι Σαρακηνοί για να μπουν στη Γαλλία έως το 732 μ.Χ. αλλά και οι προσκυνητές που κατευθυνόντουσαν στο Σαντιάγκο ντε Κομποστέλλα. Αυτή η απόσταση είναι 55 χλμ. και μαζί με την μεγάλη σήραγγα που κατασκευάσθηκε στον αυχένα, έκαναν το πέρασμα των Πυρηναίων μια ώρα, αλλά δημιούργησαν θέματα με τις περιβαλλοντικές οργανώσεις της περιοχής, διότι διατάρασσε τα καταφύγια των άγριων ζώων και ιδίως της καφέ αρκούδας (παντού τα ίδια !!).
Ανεβαίνοντας λοιπόν στα αριστερά μας είχαμε την ¨κοιλάδα των πουλιών¨ και στα δεξιά μας την ¨κοιλάδα του Aspe¨. Τα τοπία εναλλάσσονται ανάλογα με το υψόμετρο με κοινό όμως στοιχείο το φως του μεσημεριάτικου Απριλιάτικου ήλιου. Στο μέσον της διαδρομής ανεβήκαμε στο χωριουδάκι Λεσκέν και ακολουθήσαμε το εκπληκτικό μονοπάτι le Circle du Lescun, που περικλείει το ομώνυμο συναρπαστικό για την 360ο μοίρες θέα του προς όλη την κοιλάδα (ο ¨κύκλος¨ είναι δύο ώρες. το 1/3 καλό δεν είναι ;).
Στην επιστροφή, λίγο πριν τη δύση, σταματήσαμε για καφέ στο χωριό-motel των νταλικέρηδων, Bedous, που θα μπορούσε να θυμίζει όμως και χωριό ξυλοκόπων, και οδηγώντας για 2 ½ ώρες ακόμη, φθάσαμε πεινασμένοι και συγχρόνως χορτασμένοι στο Bordeaux.


Πάσχα 2017






